Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

αν δεις την Άννα...



Το μέταλλο έσταξε
τρεκλίζοντας στην οπή
Κλειδί η γλώσσα
δείλιασε - δευτερολέπτων παύση
Δέος
τ’ ανάστημά της
στο ύψος μπροστά
του βάθους –
χαμίνι που
δε λησμόνησε
τη νεροποντή των έσω.

Οι κραυγές –
αλάδωτοι ίσκιοι –
έσκισαν την ομίχλη.
Καπνίζουν τα άλογα
στον παγωμένο καιρό.
Ξεδίπλωσαν οι φωνές
Επικρατώ του χαμού
με τη μνήμη ανεξάντλητη νυχτωδία.
Σε ακούω. Ανασαίνεις βαριά,
τριάντα νέφη σάλτο
Φωτογραφίζω έχιδνες
Λαχανιάζω ιδρωμένη πυγμή –
Πνιγμός αδίστακτος
σε κατάληψη νεανική,
κάτω στα πατώματα.

Όταν σε πήρε το μάτι μου,
ήσουν απ’ την επιστροφή,
σκονισμένο περίπτερο,
και υγρασία μουντή,
με όλες τις ειδήσεις
στις κλειδώσεις –
σημάδια μαχαιριές
στα πλάγια των φτερών.

Με σημάδεψε το δωμάτιο –
πρόστυχα ξέπνοο κόκκινο.
Όταν σου γέννησα την κραυγή
έσταξα μέλι σε νούφαρα δακρύων.
Έμενες. Μένεις, και
σε κρατώ, γαντζωμένο λιοντάρι
στο παραπόρτι – έξοδο
σημαδεμένων θηλών, που
τα φθινόπωρα με βουίζουν
να επιλέξω ήχο, με λάμα ατσάλινη –
γαλότσες, και αδιάβροχο,
για τις μέρες της κύησης.

Όταν θα αναδύεσαι
από τους πόρους μου
ο υμένας, τσιγαρόχαρτο
θα πράξει το ανέφικτο:
Ένα βιολί – φουγάρο
τσιγγάνικων καταυλισμών.
Κι ενώ ο καιρός βαδίζει,
αν βρεις την Άννα, Άναρχε,
ας την να κλάψει -
κλειδί η παρένθεση των ματιών της
του βάθους, που ζωγράφισε
η Νύχτα των σπαραγμών.   

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

ατέρμονο στίγμα



Όταν τελείωσε ο τελευταίος χορός
Ο τελευταίος των Ανθρώπων
Είπε
Στον ατελεύτητο των Αισθημάτων:
"Κράτα το νι στο απροσπέλαστο των χορδών
Να κάνουμε κορυφή το πλέγμα των ματιών μας."
Κι ο ατελεύτητος των Αισθημάτων
Ξερίζωσε την έρημο, και
Αποκέντρωσε τις οάσεις
Για τη διασπορά των υπερβάσεων
Με νι ουτοπίας – πινελιά καιόμενη
Στη γη των ποιητών..

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

η παράδοση



Η απόσταση
κατέθεσε την αλησμοσύνη μου
στα πυρά των δακτύλων σου –
παράσημό μου φλογοβόλο
στη γυμνή σκιά
των καιόμενων αναφιλητών μου,
τη νύχτα,
χτες,
που θέλανε ξανά
να μαντρώσουν
τις σάρκες της ομίχλης μας.
Σκίσε ξανά
το απυρόβλητο του πάθους μου -
μεθυσμένα οράματα –
καβαλάρηδες της πυγμής μου -
ενώ, το στριφτό ανάμεσα στις ανάσες
και στα καρφώματα
ανεξάντλητα καίεται
αναμένοντας
την παράδοση της κορφής..
Έτσι, μετά τη μάχη
η πάλη  αγκομαχάει
στις ωδίνες της λύτρωσης.
Κάπως, με βροντή
σφάζεται η σιωπή μας
και το τρένο
γκρεμίζει τις κατηφοριές.
Και πάντα βράδυ.
Όπως και χτες
που ήρθες
κι έβρεχε
προδομένες απεργίες,
μέσα στη νύχτα
χάραξες στιγμή.