Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

έργα ανθρώπων


Εδώ τα παγκάκια ξεχαρβαλώνονται
και τα δίποδα της προςποίησης -
γένους θηλυκού
και πτώσης κατάπτωσης,
σε χρόνο διαρκείας
και αριθμό απείρου,
αποστρέφονται
Το αίμα δεν μπορεί να πήξει
κι ούτε να ξεραθεί
Μπορεί μόνο να πνίξει
τη χυδαιότητα της χλιδής
και την ανισορροπία
των αναισθήτων αισθήσεων -
γένους αρσενικού
και χρόνου εξορίστου
πτώσης κατάπτυστης
που κρέμεσαι λυπημένος
με μάσκα δακρύου
δήθεν μπλε και λίγο ροζ
και διακηρύττεις εαυτόν ειδήμων
καταδιώκοντας το πασιφανές
υπέρ ευαισθησίας σου.
Τα πτώματα σε πολεμούν.
Κάποτε
θα σου τρίξουν τα σπλάχνα
και θα καρφώσουν το κόκαλο -
το πιο μακρύ οστού -
της μεγίστης απορίας τους:
«Πώς κατηγορείς
και πώς κλείνεις τα μάτια
και πώς μπορείς ακόμα
να επαίρεσαι
ορώντας ψηλά
σε κατακόρυφη πτώση
κατάπτυστου χρόνου
και αριθμού πληθώρας
και βάλε
κι ακόμη» ________________
H κραυγή μου στα κουφά αυτιά των προσΠοιητών και παραΜορφωμένων του πνεύματος, που μέσα στους φριχτούς πολέμους των εποχών, υπό τη σκιά των δηλώσεων, για το πάνω και το κάτω απ’ το παγκάκι μιας πλατείας, όταν οι μέλισσες ψόφησαν στη μπόχα των γαλλικών αρωμάτων, με γεύση…κακοΠοίησης)