Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

επικίνδυνα

Επικίνδυνα με τρέχεις
Επικίνδυνα σου μιλώ
Να τρέμεις επικίνδυνα -!-
Στα θεωρεία βιάζονται ορμές
Οι σκηνές τρίζουν σεισμούς
Κρύωσαν οι πεθαμένοι της αυλαίας
Χιλιόμετρα κραυγές γκρεμίζουν φράχτες κι
οι αποφάσεις τρελαίνονται
Δαιμονισμένα φερέφωνα παίζουν κρυφτό με τη ζωή μου
Στο διάολο οι γλώσσες που έγλυψαν εξουσίες -!-
Στο διάολο οι θωπείες των τρόμων στα μυαλά
Ξεγάνωτα κουτιά - κρανία, πουλημένα θέλω -!-
Καταρρέουν τα νέφη να
μας πνίξει η βροντή. Μόνοι μέσα στη μαύρη άβυσσο.
Αρτιμελή τέρατα. Επικίνδυνα σκουριάζουν.
Αναπηρικά καροτσάκια κρατούν τα χάδια των ανέμων.
Ανάποδα να με κοιτάς -!- Ακούς-;- Ανάποδα!
Τραγούδια είπαν και είπαν πολλά
Κλείσε τα λόγια τους -!- Τρυπώνει πόνος..

υ.γ. την επόμενη φορά που θα ξεμυτίσουν τ' άστρα, κρύψου! Θα ζυγιαστούν με τους δαιμόνους σου.._____________Προμηθεύς Πυρφόρος ___________

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Μια στιγμή πριν φύγω



Μια στιγμή πριν το τίποτα
(μου περάσατε κενά τα κενά σας)
N' αντιδρώ στο άδειο
με παραβιασμένα παράθυρα
Για της παγωνιάς τη χάρη
να παγώνω κι άλλο
(κι ας λιώνουν οι πάγοι στις άκρες του κόσμου)
- φάσεις αντίδρασης στα αζήτητα των αιώνων
Σα νιρβάνα πνοή και ούτε.
Να ΄ναι η γαλήνη  με άνευ πλήρης -;-
Θεατής στα δρώμενα ανατριχίλας λέω:
"Δεν περνάω. Στέκομαι."
Τίποτα, σ' έναν έρωτα αχαλίνωτο, που
δεν έχεις.
Ουσία είναι, όταν σε κοιτούν τα φεγγάρια
να λες Κανένας.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

μυστικός επιβάτης

Σε σκίζει το νερό παραβατώντας στους νόμους των θεών.
έγκατα φιλιών οι φωνές των αρχανθρώπων.
κι οι ουρανοί κατεβάζουν ορδές σκορπιών -
ομάδες αυτοκτονίας πάνω από παλίρροιες επιβατικών ονείρων..

(αφιερωμένο στη μυστική στιγμή του μόλις τώρα..)

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

μΆυρα Δέντρα

τα περΆσματα επι ΚΙΝΔΎΝΩς ΘεαΜΑΤΙκά.
Αν οι ποιούντες Ασελγούν στην ένΣΤΙΚΤΗ υπέρΒΑΣΉ τους -
καταΛΉΓΟΥΝ σε τυρρΆΝΟΥΣ.
Χωράτευε μετά ποιητή -!-
Οι καταΡΑμένοι δε σε προσκυνούν._______________Προμηθεύς Πυρφόρος

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Μυρωδιά Παράνομου φιλιού



σκέφτομαι να ράψω τις αισθήσεις μου
στο χύμα μυαλό μου
να πετάξω μπάζο τον καημό
από ΄να μηδέν που εκπροσώπησε
τους κριτές μου
και σκέφτομαι
εκείνο το κομπολόι που χάρισα -
το τελευταίο της γενναίας συλλογής μου -
να ΄ναι σε κάδο απορριμμάτων, ή..πού;
σε κάποιο πάτωμα να σέρνεται επιβάτης
μονάδα μέτρησης κάποιου κενού -;-, ή
μυρωδιά στερνού καλοκαιριού, όχι
σε στέρνο κοριτσιού - δε θα ΄θελα -
στο μέρος της καρδιάς θα προτιμούσα..
χύμα ψυχή, χύμα φιλί και Όνειρο λαθραίο
παράνομο παράνομος κι εγώ
των παρανόμων, των αδίσταχτων χυδαίων
τα δειλινά εντέλει εκπροσωπούν
τα στέκια των απρόσωπων παλμών.
Ξέρεις, και άκου, άκου να σου πω:
δεν έμαθα , δε ρώτησα πώς να τη λένε..
Θα΄θελα Αύρα πρώιμων ημερών
κι ας ήταν μαύρη νύχτα
και..
Ξέρεις -;- έχω μπουκώσει με καπνό.
Η πολιτεία δεν αλλάζει
Κύμα, φυγή, φυγή, φυγή...
Φεύγω φυγή. Φυγή φεύγω.
Ακούς;;;;;.....................
πόλη καμίνι ψυχή μηδέν
βαρύ τίποτα νομίζουν - νομίζω κι εγώ
μα εμένα εγώ με παρέκαμψα επιβάτη

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

μονόλογος για δυο



Όσο και να μην το πιστεύεις
σε περίμενα. Είναι
που οι νύχτες με κάνουν
να παραμονεύω τα τρένα -
και μη σκεφτείς διόλου το
περίεργο, ή κάποια, ας πούμε
μανία για το κάρφωμα της στιγμής
Είναι που
οι νύχτες μ’ ανασαίνουν αλήθειες
ολισθαίνοντας στη φυγή και
στο για πάντα εδώ -
κάτι παλιές τους συνήθειες, που
δε λέω να ξεκαρφώσω και
στήνω τη δική μου αριθμητική
αφού κανένας δε μου ΄φυγε
και όλοι στο πέρα
Όμως έτρεχα μακριά από
παιδί
σα να μη χώραγα στο τώρα και
πουθενά.
Με τ’ αξιώματα δεν μπλέκω –
Μικρόνοοι οι άνθρωποι
Πώς να συλλάβουν που
τα τρένα
ακόμη και νεκρά ταξιδεύουν -;-
Ναι,
είναι φορές που
τ’ ακούω να μουγκρίζουν
ναυλωμένα καπνούς μονάχα κι
οι επιβάτες προσποιούνται
μήκη και πλάτη –
ξέρεις όλοι έχουν ένα όνομα
ανυποστήρικτο.
Αυτό το βράδυ
ποτίστηκα φυγή και
σε περίμενα
Φυγή γυμνή και
Άβυσσο –
Είναι που στο χαμό
τρίζουν οι βροχές μου τα
παραθυρόφυλλά μου και
νιώθω
Πόσοι χρόνοι άραγες
γλιστρούν σε
μια πνοή που λευτερώνεται
και σ’ ένα του γέρματος φιλί -;-

(στο περασμένο βράδυ μας)

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

γυάλινοι βυθοί


Κοίτα που πήραν νερά οι φλέβες -!- / Τόσα χρόνια καραβόσκοινα, έσυραν καράβια, ταξίδια ανέτειλαν. Βυθίστηκαν τώρα οι φλέβες. Στα γυάλινα τοπία μαρτυρούν συρίγματα ταξιδιών. Γυρεύουν τα ταξίδια το Ταξίδι τους στο χρόνο τον αβαθή. Όπου οι γενναίοι καπνίζουν το άπειρο, οι έρωτες χλιμιντρίζουν στροφή.
Με τέτοιες φλέβες, έχω να σκάψω μιαν άβυσσο κι ένα φιλί αιμάτινο. Το κόκκινο πάντα κυριαρχεί στο ύδωρ. Έτσι, βυθίζω τη σήψη και γεννώ. Τίποτα, λοιπόν, δεν τελειώνει -!- Όλοι οι Δρόμοι οδηγούν στην Έκρηξη. Βλέπω πουλιά στον ορίζοντα -!-

της Άγης

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

ΥΠΟΠΤΕΣ ΣΙΩΠΕΣ



Ύποπτες σιωπές, σε καιρούς σπασμένους, γαζώνουν απομεινάρια του κάποτε γιορτή. Κάτι μόνο ξεσπάσματα ρίγους, ανατριχίλας, όπως αυτά του ύπνου, όταν παρελαύνει ο εφιάλτης, την ώρα που τα κουφάρια, παραβιασμένα, επιστρέφουν στη γη με ξαφνικό θάνατο.
Παγκοσμιοποίηση και βάλε. Πόση άλλη να χωρέσει ο νους του Ανθρώπου; Τεμαχισμένες πόλεις, για καλύτερο έλεγχο τρομοκρατών του τρομοκράτη παγκοσμιοκράτορα. Σελίδες παμπάλαιων προφητειών του τέλους του οριστικού, ή του τέλους στο γνωστό υπάρχον και της νέας αρχής. Όπως και να είναι ένα τέλος κυριαρχεί και φρίττει. Τέλος στο σύνηθες κάθε μέρα. Περιφρουρούμενα μυαλά και ψυχές, περιφρουρούμενες επιθυμίες. Κι όλα λουφάζουν. Σαν ένα απροσδόκητο χαστούκι, από κάποιον αγαπημένο, που αποσβολώνει. Κοιτάς ανήμπορος να εξηγήσεις και καρφώνεσαι στο φαινόμενο του τίποτα. Μετράς νεκρούς και αναρωτιέσαι, αν μετράς σωστά, ή αν σου έμαθαν οι δάσκαλοι καλή αριθμητική.

Χάνεσαι. Χάθηκες λες, και ίσως μια βουτιά στη θάλασσα να σ’ έφερνε πάλι στην τάξη σου. Μα πάλι στα ίδια και πολύ πιο μέσα στο χάος ακόμη. Μουγκανητά μηχανισμών, που ανίσχυρος εσύ, σε παγώνουν. Μηχανισμοί, που χρόνια στήνονταν κάτω απ’ τα πόδια σου, αλλά οι κρότοι των γιορτών εμπόδιζαν ν’ αντιληφθείς.

Ποτέ δε μιλούσες με ειδήσεις. Γκαζιές άφηνες στις λεωφόρους κι ένιωθες άρχοντας των πάντων. Ήθελαν να νιώθεις άρχοντας τότε. Καλύτερα σε βουλιάζουν τώρα. Παραπαίδι των εποχών, που ήσουν, δεν αντιλήφθηκες την πορεία των γεγονότων. Σε κοίμιζαν με φιέστες. Σε κοίμισαν πολύ. Τώρα σιωπάς. Ακόμη και την ταχυπαλμία σου παλεύεις να σιωπάς. Φοβάσαι. Διστάζεις. Όνειρο, λες, ή ζωή; Η πατρίδα σου, η θρησκεία σου, η οικογένειά σου, το σπίτι σου.. Είναι δυνατόν όλα σε έναν ιστό αράχνης να πολτοποιούνται, ενώ ξεφάντωνες και πέταγες στ’ αστέρια; Τ’ αστέρια, εκείνα που σου μάθαιναν στο σχολειό και τα ΄ψαχνες στους νυχτιάτικους ουρανούς, να είναι άραγες αυτά; Τα ταξίδεψες αυτά; Τα κατέκτησες; Τη σελήνη, τον Άρη.. Βρήκες το θεό σου; Μπλέχτηκαν πολύ τα πράγματα μες στο μυαλό, και η μια αμφιβολία φέρνει την άλλη. Ποιος είσαι και τι γνωρίζεις;

Ύποπτες εικόνες σιωπών φονεύουν τον ύπνο σου. Στον ύπνο σε έπιασαν! Ανοίγεις τα μάτια και ουρλιάζεις άκροτα. Αυτοκτονείς άκροτα. Πεινάς άκροτα. Κολυμπάς ξανά, σαν για να πετάξεις από πάνω σου τη βρωμιά, απ’ τα φιλιά της πόρνης, που νόμισες κάποτε δικιά σου. Κολυμπάς μόνος στα βαθιά, ναυαγός της ζωή σου. Σε γέλασε η ζωή, ή την αρνήθηκες;

Ερωτήματα πάμπολλα σε κάνουν να σκίζεις τη θάλασσα με μια ανάσα. Θριαμβεύεις ανάμεσα στα πτώματα των παλιών χρηματισμένων ημερών σου. Μη με ρωτάς πώς.. Το βλέπω θριαμβεύεις. Το διαισθάνομαι. Κράτα ανάσες και κολύμπα! Η γνώση είναι μέσα σου, μην την αρνιέσαι άλλο! Είσαι Άνθρωπος. Είσαι εσύ και θα νικήσεις!

Όταν θα δεις το φεγγάρι κρεμασμένο στη βουλή των αχρείων

εσύ θα ξέρεις..
εκρηκτικός μηχανισμός ο Στίχος σου, που αρνήθηκε να μπουκωθεί το βούρκο κι αντάρτεψε μονάχος. 
Προμηθεύς Πυρφόρος / Ευαγγελία Πατεράκη
(το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ)