Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Έρωτες το καλοκαίρι


κάτι φτερά π' αδημονούν να χαϊδέψουν την τυρράγνια μου / ο ύπνος πυροβατεί / οι γυναίκες του λάθους εγείρονται εν ώρα μεσάνυχτα / δαγκώνω τα χείλη μου - ματώνω ανάγκες / με μαγκωμένα χτυποκάρδια, πάλι βόλτες στο φεγγάρι. / μου την πέφτουν εφιάλτες και χάνεται το φεγγάρι / τραβηγμένα μαλλιά τα κύματα κι / η θάλασσα πουτάνα / στήθηκε πάλι στα στενά / όλα τα έπιασε δικά της και / με πίνει. / την πίνω λαίμαργα κι/ ένα ακόμα καλοκαίρι.. / η άμμος ακίνητη πετρώνει. / πώς είναι τάχα μου οι ζωντανοί -;- / σαμποτάζ στην ομίχλη -;- / δεν έρχεσαι. μάλλον άδειασες από οδούς. / Η ποιότητα αλλοτριώνεται κι οι εικόνες σκύβουν. Είναι λάφυρα οι κραυγές όταν μ' έσκιζαν τα πάθη. Η αυλαία κατέρρευσε.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

άτιτλες στάσεις..


Ύστερα
μαθαίνω – εξελίσσομαι
στην Αρχή.
Επιτρέπω στις σφήγκες να
γευματίζουν τη σάρκα μου.
Πολύ αργότερα, επιστρέφω
στις άκρες μου
χαμογελώντας διάτρηση ενθυμίων.
Σπέρνω νύχτες
απασφαλίζοντας φεγγάρια.
Οι ρώγες σου – έχω καιρό να κοιμηθώ -
καρφώνουν τις παλάμες μου.
Στο κενό
εξουδετερώνονται οι στάσεις μου –
οι δικές σου αστάθμητες -
έγκλειστες ερώτων μου αμυχές - κι
οι δημοκρατίες δωροδοκούνται
νυχτερινούς αιώνες.
Εν ολίγοις προβάλλομαι, κι
οι λαβύρινθοι αποκαλύπτονται πλάνη.

Πες μου: Μ’ αγάπησες -;-
(Περιπολικά οι αισθήσεις μου
στα ρήγματα του κορμιού σου.)
Ακολουθώ τη ροή σου,
όταν το φύλο σου ρέει –
φύλλα κίτρινα οι αυλές σου,
στις ουλές μου φθινόπωρα.

Πάλι γέμισαν ποιητές τα σπλάχνα μου –
περιπολούν τους κοινοβουλευτισμούς σου
Μεταναστεύεις στον καθρέφτη μου –
Κομμάτια με κομμάτια οι ερωτήσεις μου.

Δεν ακούω -!- Απάντησες -;-
Αίματα που θροούν ανατριχιάζω.

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

άΒατο κΆστρο


Άβατες λέξεις -
πολιορκία των χειλιών
Σε τρομάζει το είδωλο στην αποκάλυψη των ρυτίδων -;-
"Συνθλίβομαι"...Ξεστομίζει το ΣύνΟλο
στου απάτητου κελιού την είδηση
Ένα Νοέμβριο γυρεύω να γείρω την κίνησή μου..
Ένα αδίστακτο ρίγος ν' απλώσω φωνή
Εγκαταλελειμμένη παράγκα το σκληρό μου κρανίο –
βατό μόνο στις προεκτάσεις των κίτρινα ξερών φύλλων.
(Έχουν οι φίλοι την ύλη του προσδόκιμου.)
Είναι η μνήμη που με δοκιμάζει στην αντοχή.
Κι είναι η λΈξη σου κατεχόμενο κΆστρο – άστρο, που
έσκισε βραδινό ουρανό.
Κάνω βατό το περιεχόμενο των φιλιών σου,
πατώντας τις λΈξεις που εδραίωσαν τις φυλακές σου.
Μένω στο μήνα. Νοέμβριος χρόνος άπληστος βρΟχή.
Για να ζεστάνεις τα χείλια πιες το φεγγάρι -!-
Τότε οι γεύσεις αδράχνουν καταρράχτες φωτός -
λευκές ειδήσεις στο θεώμενο είδωλό σου.
Εμείς το εγώ, γέμιση χρόνου.
Κι έχω αιώνες πολλούς να
στρώσω στις ράγες
στίχους πουλιών -!-.. Ο Ιούδας θυμάται – ο μόνος –
να περιμαζεύει τις σημειώσεις μου.
Νοτιάδες αδερφοί μεθούν με δάκρυ κι
εύκολα χάνονται.
Πιάσε τις ράγες και
ανέβα ξανά -!- Σε πάνε πολύ τα
τρΈνα σαν ένα απόγευμα, που
ξέπλεκε το φθινόπωρο
το ρήγμα του Κόσμου..