Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

στους σταθμούς του Χρόνου




















το δώρο μου
στη φίλη Βάσω Μπρατάκη

και

σ' όσους αντέχουν να τραγουδούν ακόμη
το όνειρο της αγάπης..


Με μια βάρκα στην πλάτη

τα σπλάχνα να σέρνονται καταγής
καρδιά μου αφόρητη
σκισμένο το φως

Πώς μου καις απόψε τα μάτια
σαρκοβόρε Κρόνε -
Χρόνε φριχτέ-!-

Τόσο που κρατήθηκα στον ουρανό
κωπηλατώντας γύρω απ' το φεγγάρι
ξεκλειδώθηκαν τα μέλη μου
και κρέμασαν
πρόλαβα να δέσω τα κουπιά στα χέρια μου
μη και μου φύγει η Ψυχή
ψυχή να έχω
τροφή πουλιών
και των ονείρων στέγη..


ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΑ!!!

ΧΡΟΝΙΑ ΨΥΧΗΣ!!!

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

-Τι - υπέροχες μέρες -!- ..




















Ήθελα από καιρό να μου μιλήσω με τις δικές μου ασύνορες κραυγές που έπνιγαν οι ανατολές των καρναβαλιών και μεθούσαν οι τρομαγμένες ερωμένες - θεατρίνες ξεπεσμένες με τους αλλότριους υποβολείς να υποσκάπτουν τη νοσταλγία των εποχών τους των χρυσών σαν έπη που ναυάγησαν όταν οι τυφλοί ποιητές αρνήθηκαν τα έπαθλα της γραφής τους αφού είχαν ήδη αρνηθεί την πολυτέλεια των εξωφύλλων τους με άδολα ταξίδια στον κόσμο των υπερπόντιων αισθημάτων με ολόκληρο το συν τους συν του μυαλού τους έξω απ' το χρόνο που τρώει ένα ένα τα μέλη της φύσης κι έξω από τα συμπλέγματα των αναγκών που παραλύουν το νου αλλά μ' ένα μεθύσι ατέρμονης δίψας για ανάδειξη της αλήθειας και πίστεψέ το κι εσύ υπάρχει αυτή πάνω απ' το θέατρο σκιών με τα πτυσσόμενα καθίσματα για ανετότερη προσαρμογή των θεατών στις σκηνικές εναλλαγές

Κι αν δε βλέπεις καλά γύρε στο πλάι

Και μου μιλώ και σου μιλώ ξεριζώνοντας όλα τα καλώδια του οργανισμού των επιβαλόμενων τηλεπικοινωνιών προς αποφυγή περεκτροπής των κλήσεων και εκπομπής τους στ' ανίκανα αυτιά πιθήκων και τέτοιων μαϊμουδίστικων συμπεριφορών που με μια μπανάνα στο στόμα μιλούν λένε στο σύστημα λακέδες λεκέδες των λεπτών μου κι ό,τι απόμεινε απ' το θαλασσί μια ανάμνηση απ' το λουλάκι που βούλιαζε η μάνα στη σκάφη τη μεταλλική αφού ουρανός δεν υπάρχει πια να στερεώσω και να στερεώσεις την καρδιά σου κι ένας τρόμος ύπουλου θανάτου περιπλανάται κι ανίδεοι εργαλείο τον αναδεικνύουμε καθημερινό μας δίχως να βλέπουμε ότι βουλιάζουμε όταν μας αρνούμαστε εμείς αρνούμαστε σε μας την πληθώρα των αισθήσεων πετώντας τους βολβούς των ματιών μας στις αποχετεύσεις των συνειδήσεων και ειδήσεις μας φτάνουν αυτοχειριών μαέστρων κι ονειροπόλων και τότε ενθυμούμαι θυμάσαι και συ το πάθος μας που κινούσε ολάκερο το σύμπαν και πώς ν' αντέξεις ξενέρωτος μετά στεγνός να σύρεις τα πόδια σου δίχως τις μπάλες της σκλαβιάς τα ίχνη σου ν' αφήσεις στο διάβα των αιώνων-;-

Κι αν δε βλέπεις καλά γύρε στο πλάι

Υπάρχουν τρόποι διαφυγής αποφυγής του λάθους σου σα να ορθώνω στο λαιμό εκεί στην καρωτίδα περίστροφο το χέρι και τρυπώ με το δείκτη μου το δέρμα του λαιμού μου μήπως κι αγγίξω επιτέλους τις χορδές μου τις φωνητικές να πάλλουν ξανά στη δύση των πάντων και να ψελλίσουν "σ' αγαπώ-!-" μήπως κι ακούσεις επιτέλους για πρώτη φορά τη φωνή μου φωνή σου που είναι..στο τέλος του χρόνου

Κι αν δεν ακούς καλά είναι που καρφώθηκες στο βαρέλι του γύρου του θανάτου.. και νόμισες ότι μπήκες στις γιορτές των ανθρώπων..υστεροφημία για να ΄χουν οι ματαιοδοξίες ανάπηρων ορμών

"Ει, ψιτ-!-" σε ΄μένα μιλάω..

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

εξομολόγηση





















(επαναδημοσίευση)


Πουλιά δεν υπάρχουν πουθενά.
Κεραμωτή η προσπέλαση
κι αφώτιστη η συντροφιά σου
Με δυο νυχτερινές ειδήσεις
χωρίς ενδιαφέρον
Με δυο ξαφνικές απαλλοτριώσεις
χαμένου παρελθόντος.
Δεν υπάρχω.
Δεν υπήρξα ποτέ!
Η λύπη μου μετράει
τα χαμένα πουλιά,
ή τα σπασμένα κλαριά,
μιας ’μυγδαλιάς
π’ αγάπησα παιδί.
Ήρθα μόνο για να σβήσω
τη λάμψη
κάποιων πονεμένων ονείρων
με τέρατα και μουσικές σατανικές.
Ήρθα μόνο για λίγο
μες στο μυαλό τ’ αποσπερίτη
π’ άφησε να κυλάει το αίμα του
ως την πόρτα της καρδιάς μου.
Καρφωμένες εμφανίσεις
τοκετών κρυφών.
Παρθένες οι ματιές μας
οργιάζουν λυσσαλέα
στων κεραυνών το μεγαλείο.
Βουνά οι ψυχές και δε μιλούν.
Κι οι κοπέλες αρματωμένες,
σαν ευανάγνωστες
αρχαίες περγαμηνές,
διεκδικούν την ημέρωση
των χαμένων ηδονών.
Ψυχές κρατούσαν τη στάχτη
του παλτού μου,
κι ένα φτερό του ανεκδιήγητου
καπέλου μου
Ψυχές κρατούσαν.
Μια φορεσιά ξέχωρη
κι ένα μικρό μικρό καρφί
στ’ αριστερά του προσώπου μου.
Πες μου τώρα,
(τώρα πλημμύρισαν τα υπόγεια,
ακόμη και τα υπαίθρια σινεμά),
θυμάσαι ακόμη το παλιό μας θεατράκι
με την ανθισμένη άνοιξη;
Άνοιξα τον καιρό γρήγορα
και φοβισμένα.
Θ’ αφήσω πίσω μου τη νύχτα,
πάνω της να γέρνει ξεκρέμαστο
ένα παλιό μεταξωτό φόρεμα.
Θα κλείσω μια ερωτική κόλαση
στο τελειωμένο βιβλίο μου,
ν’ απορροφήσει
το δαγκωμένο χαμόγελο
μια αφρισμένη θάλασσα.
Κι εσύ τσιγγάνε χρόνε
θυμήσου,
θυμήσου το βοριά
και τα τρικυμισμένα μου βράδια.
Θυμήσου τα στήθια της
μ’ εκείνες τις βαθιές λαβωματιές.
Τα ουρλιαχτά κάποιων νεκρών
στις οργισμένες πλατείες.
Εγώ, που κάποτε, τα κύματα ήθελα
με πάθος να βυθίσω
στα νεανικά τα μάτια σου
έριξα το βλέμμα μου.
Κι ήξερα την πόλη
που θα σε συναντούσα.
Όμως προτίμησα να συννεφιάσω
μιαν αμυδρή χλωμάδα
της φαντασίας σου
Γιατί οι κραυγές νυχτώνουν
μαζί με τα πουλιά —
εκείνα των ωραίων
ταξιδιάρικων ποιημάτων μας.
Μίλα λοιπόν με το φεγγάρι
Μίλα μαζί μου.
Είμαι βροχή από χρώματα
που έβρεξε μια μέρα το ουράνιο τόξο,
στων απελμάτων δειλινών
την κρατημένη ανάσα.
Γοργά διπλώνουν οι σιωπές
κι εγώ βυθίζομαι.
Σαν ναυαγός απελπισμένος
αφήνομαι στην αγκαλιά σου.
Ήμουν εγώ,
που ήθελα την πλάση να κοιμίσω
Να ονειρευτώ μαζί της
την άσπιλη ρεματιά σου.
Μ’ ένα σαρκασμό στο πρόσωπο
τ’ αποσπερίτη,
που βύζαξε η πρωινή μου έπαρση,
για να τελειώσω εδώ,
χωρίς φίλους,
ένα ποίημα που άργησε
να τονιστεί,
όπως εγώ το ήθελα
απ’ εκείνα τα μακρινά,
παιδικά μου όνειρα.
Αντικριστά κι οι δυο,
με άπειρη κι αδέξια λαχτάρα,
φτερουγίζουμε στη μυστική κρύπτη
των βέβαιων πατημάτων.
Όμως για δες•
ο άνεμος αφέντης των καιρών,
που λάθεψε και πάτησε
τη ζωντανή καρδιά μου,
πάνω π’ αρχίζει να χτυπά μουσικά
στου φεγγαρόφωτου τα λημέρια,
την τσάκισε
και άστραψε
κι έγινε κατακλυσμός!
Αφέθηκα να πλέω στα λασπόνερα,
μαζί μου το τσιγάρο σου
π’ άξαφνα άρπαξε η μπόρα
και έκαψε αυτά τα νέρινα μόρια,
που μπόχα και δυσωδία
κι ανάθεμα μασούσαν.
Γι’ αυτό
μη μιλάς για μεγάλα νυχτέρια.
Αραχνοΰφαντες στιγμές
θα ξεμπροστιάσουν την προδοσία
εκείνων που έφυγαν,
αναμασώντας
χιλιοείπωτες κουβέντες,

εκείνων π’ ατίμασαν
τη χλωμή πασχαλιά.
Κι οι άλλοι,
που διαβήκαν σκυθρωποί,
τις ανεξίτηλες τις σκέψεις
των καθάριων νερών,
τώρα κρατούν φωτοβολίδες —
έτοιμοι είναι
να γιορτάσουν στον πανικό,
ένα μικρό, ολάνθιστο λιβάδι.
Ένας πληγωμένος ημίονος
σάλεψε γοργά
τα μπροστινά του πόδια
κι αλάργεψαν θαρρείς
κακοτυχιές και άλλα τέτοια,
που οι μανάδες σιγοψιθύριζαν
μαγειρεύοντας πρόχειρα
μια μασημένη βραδινή κουβέντα
έξω απ’ το χαμηλό παράθυρο
της κρεβατοκάμαρας.
Τα πόδια μου βουτώ
στην υγρασία των θεϊκών απαιτήσεων
και γρηγορεύω ένα ατίθασο πρωινό
με μια εκδρομή
στους «μικρούς του Παράδεισους».
Θέλω να πω ότι εγώ θυμάμαι! Πάντα!
...Ήταν Παρασκευή,
μπορεί και Σάββατο
κι άρχιζε μια καινούργια κόλαση
για μας τους πεθαμένους
με τις ξέχωρες φορεσιές
των ζωντανών
κρυμμένες δήθεν μυστικά
στα φλογοβόλα μάτια μας!
Θα ’θελα πολύ
μια φωτογραφία σου
ν’ αναστήσει το χρόνο,
στα κλεμμένα πεζοδρόμια
με τους σπασμένους σηματοδότες
Θα ’θελα να μεγαλώσω
κι εκείνο το μικρό μου όνειρο,
που άπιαστο πριονίζει
την άδηλη χαρά μου.
Μια ψυχική ουτοπία
των τρύπιων γεγονότων.
Οι αναθυμιάσεις των υπονόμων
που σακατεύουν αόριστα.
Κι έρχεσαι εσύ δειλά
και με κλείνεις
σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό δωμάτιο
και ανατρέπεις
όλους τους νόμους της φύσης.
Κι εγώ άρχισα να τραγουδώ
για να μπορέσω επιτέλους ν’ αποδείξω
ότι και στο κενό
οι μέλισσες βουίζουν.
Κι εκείνη η μικρή χορεύτρια
όταν πλάγιαζε στο κρεβάτι μου
κρύωνε,
κι η μουσική ήταν τόσο δυσεύρετη
και τα κλειδιά σκουριάζουν
κάπου στο μείον άπειρο.
Θα ’θελα όμως μαζί
ένα γεμάτο πιθάρι με φύλλα λεμονιάς
να ’ναι αλλιώτικων εκδόσεων.

Κι όταν δραπετεύεις
ν α θ υ μ ά σ α ι.
Αόριστα σινιάλα
να μεταλλάζουν στο βλέμμα σου.
Θέλω να φαίνονται τα στήθη σου
μ’ εκείνους τους μικρούς ερωδιούς
που ζευγαρώνουν μιαν απόφαση.
Κι όταν αρχίζει η μέρα
ν’ αποφεύγεις
τις ύπουλες και
καλοχτενισμένες στιγμές
των δολωμάτων.
Για μας που προχωρήσαμε
έναν αιώνα τη ζωή
η ιστορία
ανοίγει καινούργιο κεφάλαιο.
Όταν δραπετεύεις, λοιπόν,
να ’ρχεσαι τα βράδια
Να πέφτει κατακόκκινο σεντόνι
στα μαλλιά σου
κι ο Πήγασος
να τρέχει στ’ ατίθασα βουνά σου.
Κι εγώ θα μαχαιρώνομαι.
Ξέφρενο το πλήθος θα ουρλιάζει:
« — Σταύρωσον, σταύρωσον!»
Σ’ ένα δειλινό,
που πανέμορφες εκστάσεις
θα στάζουν τους χυμούς τους,
τα δάχτυλά μου θα θέλουν
να σ’ αγγίξουν
όμως δε θα μπορούν.
Οι μουσικοί θα ζευγαρώνουν
στις αυλαίες των θεάτρων
Τα σπουργίτια θα χτυπούν
τα παράθυρα των ταπεινών
Κι εγώ θ’ αδειάζω τις φλέβες μου,
για ν’ αποδείξω ότι η υπόσχεση
είναι για μένα η αρχή.
Και στην απύθμενη τη συμφορά μου
είχα το κλάμα της φώκιας
και την αρρώστια
που σιγοτρώει τις ρίζες μου,
για να αφήσει τους άλλους
να ξεσκίσουν μια ζωγραφιά μου•
ένα λιοντάρι,
που σχεδίασα παιδί
σε μια υπόγεια σχολή
υποψηφίων σπουδαστών αρχιτεκτόνων.
Έτσι να με θυμάσαι.
Νομοτελείς επιφάνειες
πικραμένων μετουσιώσεων.
Αδειάζουν οι ποταμοί
και οι λιγοστοί κροκόδειλοι ψυχομαχούν.
Απελπισμένες χειρονομίες
θεριεύουν
κι αναριγώ.
Θα λευτερώσω
ένα πικραμένο ανάγλυφο μαχαίρι
που ’κρυψα βαθιά στη ζωή μου
Θα σπείρω
τη ροδαλή απόφαση του μέλλοντος•
έναν αυτόφωτο πλανήτη,
που πάνω του
θα χαίρονται τα παιδιά
Και μια κυψέλη
που ολημερίς
θα βομβίζουν οι μέλισσες.
Άφηνέ με
καθώς για να σβήσει
το φως της σκάλας
θα γυρίζεις το διακόπτη,
να τινάζω το χρόνο
απ’ το φθαρμένο παλτό
του τοίχου,
έτσι για να ξεμακρύνω λίγο
μια συμφορά,
απόνα δικό μου
προσκλητήριο ερώτων,
δοσμένη για πάντα
στην τρελή εξέγερση
του υποσυνείδητου.
Κι όταν αυτοί
που στο δρόμο πάντα περιμένουν,
για να φωτογραφίσουν
τις ανθρώπινες στιγμές,
μας δουν κρυφά να ονειρευόμαστε...
όλοι κάτι κρυφά ονειρεύονται
τα βράδια
κάτω απ’ το φεγγάρι.
Κι αν δεν υπήρχαν
τα πουλιά στον κόσμο,
δεν θα υπήρχαν κι οι τρελοί
που σηκώνουνε τα χέρια
και πετούν
και χάνονται.
Και τα εφτά χρώματα
φτιάχνουν μια παιχνιδιάρα πεταλούδα
σ’ έναν ανοιξιάτικο ουρανό
ή ένα άσπρο νεκρικό πουκάμισο
της τελευταίας μέρας του χειμώνα...

Θάρθω να σε καλωσορίσω
μ' ένα μπουκέτο όνειρα,
σ' ένα λιόγερμα εξίσου μελωδικό,
μ' ένα λίκνισμα κύκνου,
που τώρα αναπαύεται
στα σκοτεινά τα βάθη
των εποχών

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

στους μεγάλους οργασμούς


















Στα υποσέλιδα των οργασμών
είναι που οι κραυγές
υπογράφουν την ποίηση
σφραγίδες πυρακτωμένες
εκεί που δεν αναμένεις πια
πάνω που λες, ετέλευσα...
κι έχεις αρχίσει
το μεγάλο δρόμο
προέκταση της δίψας σου
για ταξίδια που δεν παραδίνονται
μα καλπάζουν
με τρένα δίχως σταθμούς
να σου φαλτσάρουν τις μελωδίες
να σηκώνεσαι απ' το ντιβάνι
και να λες...
τα πάθη μου δεν είναι λάθη μου
μα είναι τα ονείρατά μου

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

σατανικός διάλογος




















αφιερωμένο στο Χρήστο Τσάγκα

Ψιθυριστά, σα στάλες διακριτικής βροχής, σε πλήρη τάξη ζωής, νυχοπατώντας μην ξυπνήσει ο υπνοβάτης, κρατημένη ανάσα μη πέσει ο ακροβάτης
ψιθυριστά θεατρικά κι απόκοσμα, μη κοπεί το νήμα το τελευταίο, σαν ευγενής υπηρέτης της αιώνιας τέχνης
με παντόφλες χαρισμένες, για ακόμη άνεση εντός της κατοικημένης πυκνά συνοικίας
των πρώτων αγωνιστών στα μνήματα - ράφια της ατέλευτης βιβλιοθήκης

και, μέσα από καπνούς πολυκαιρισμένους στη φυλακή του αλκατράζ - παντού αλκατράζ - παντού μέλλουν θάνατοι, παντού πάντα επί παντός επιστητού,
όρθιοι νεκροί κι αγέρωχοι

Κι η γραφομηχανή έγραφε ακόμη
μυωπικά γυαλιά δίχως φακούς, αφού τους κατάπιαν τα σκοτάδια των χρόνων
ψιθυριστά και μόνο
και μόνο το άρωμα της δακτυλογράφου διαιωνίζεται. Και μόνο. Κι ο στεναγμός του έρωτα και μόνο. Όχι της πλάνης, όχι της παραπλάνησης των μασκοφόρων.
Από το απέναντι διαμέρισμα αντικρυστές κραυγές πόθου και πόθου και πόθου. Κι οι τελευταίες, της ανάπαυλας. Μετά την ένωση την πλήρη των ψυχών. Γιατί, υπάρχουν, το ξέρεις και αυτές. Αυτές που πάλλονται και πάλλουν τις χορδές του πιάνου. Κι υπάρχει κι η δασκάλα του πιάνου ακόμη, κρατώντας τους μετρονόμους όλους στις ανάσες της, πριν και μετά την πράξη. Πριν και μετά την εκτόξευση. Τσούζουν τα μάτια. Μολότωφ στα μάτια του πανικού μετά τον ύπνο τον αδέξιο. Τον αδέξιο ψευτοήρωα τον πορευτή στις οδούς των μπουρδέλων. Εκεί που χρηματίζεται το όναρ των ανθρώπων κι επιχορηγούνται οι επιχειρήσεις ορθοπεδικών στρωμάτων. Τις πουτάνες τις αγάπησα, ρε! Τις γκόμενες, όχι!
Ψιθυριστά, έτσι που λες, δίχως καρφιά. Και σου είπα, ε-;- και δίχως υπόστεγα παντός υλικού στην ψυχή... με καλούσε. Εμένα, με καλούσε. "Ναι... Είναι κανείς-;- Με ψάχνει κανείς-;- Είσαι εσύ Προμηθεύ-;-" . "Εγώ είμαι, Δάσκαλε-!-" Του αποκρίθηκα. "Άδειασες τις τσέπες σου στο πεζοδρόμιο-;-" είπε ξανά. "Γέμισα την καρδιά μου με τα δάκρυά σου, Δάσκαλε, κι οι χτύποι μου ανηφορίζουν στο μεγαλείο σου-!-"
"Τις πουτάνες να τις λατρεύεις" μου είπε, "στις γκόμενες άλλαζε σταθμό"
"Δάσκαλέ μου-!-" του μίλησα
"Δάσκαλέ μου-!-" κι αυτός...
Δεν έχω άλλα λόγια να πω...Τι να πω-;- Έγραφα. Έγραφε κι αυτός.

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

φωτιά και λάσπη




















Σώσε με -!-
γιατί
δεν έχω να σωθώ
Θόλωσαν οι στιγμές
στα πατώματα
των εγκλημάτων
εκεί
που οι πόρνες της ψυχής
αυτές
οι αγίες πόρνες
των χρυσών ταμάτων
χόρεψαν
πάνω στα κόκκαλα
των δαιμονισμένων πιστών τους
αυτών
με τα αιμορραγούντα μάτια
-διέξοδο-
αφού
οι φλέβες τους πληρώθηκαν
με χώμα μυρίων δακρύων
μυρίων
καθόδου
ημερών

Σώσε με -!-
μ' ακούς -;-
επουράνιο θύμα
δημιουργέ αιώνιων πληγών
γιατί
δεν έχω να σωθώ
σ' έναν άγνωστο πόλεμο
καμμένων θνητών
αφού
ορκίστηκαν οι τρελοί
στο βωμό των αισθημάτων

Τρελοί
τρελός
εγώ