Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

μονόπρακτον





















Ο πρωταγωνιστής της πράξης
ένα τόπι-
εκείνο
που μου στέρησαν
παιδί που ήμουν

Κατρακύλησε όλα τα σκαλιά
όλα τα στενά
όλους τους θεατές
κι έπεσε στην αρένα
σ' ένα μονόλογο -
λέω,
πιάνου ακούρδιστου
αφού
πρωτόγονη η ύπαρξη μου -
για πράξη μία

Και τα φώτα
σίγησαν
αμφιθεατρικώς

Και γκρεμισμένος
χορευτής ένας
που φαίνεται
στο κέντρο των λεπτών -
λεπτά ευρήματα
για δύο στιγμές -
του πριν
και του τώρα
του τότε
και του αύριο

Στο μέσον
η κραυγή του αιώνα
σημαντική της πορείας μου
κραυγή αγανάχτησης
επανάκτησης της κίνησης
δίχως διάττοντες
να καρφώνουν και
να φεύγουν
μα με πλανήτες αυτόφωτους
υπεραιωνόβιους
να χειρονομούν
καταπατώντας τους νόμους
που επέβαλαν κακώς
κάποιοι
προς τέρψιν δική των

Καλός σκοπός
με το δάχτυλο στη σκανδάλη
να τρομάζει τους εφιάλτες
και το λάθος της ερωμένης
να επιβάλει το λάθος
Και γνωρίζω -
αυτό
το γνωρίζω καλά
- σαν τη μελέτη της προπαίδειας
δίχως την παπαγαλία της -
η πτέρνα του Αχιλλέως
εξουδετέρωσε
τη θεϊκότητα σε μια στιγμή
και μόνο ένα τόπι
διάφανο
δονεί τον καιρό

Δεν είναι σφαίρα
είναι όραμα

Κι όταν
η πράξις ετέλευσεν
οι σκιές
λησμόνησαν την αντίσταση
και η καθαίρεσις έσβησε
σαν τον ένα
το μοναδικό προβολέα
που κυνηγούσε το τόπι μου
καθ' όλη τη διάρκεια
των πεπραγμένων μου
επί σκηνής

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Είμαι εδώ..





















Η αρχή του κενού
σε μια πόλη που δειλιάζει
κι αδειάζει ερπετά

Η στέγη της -
τρωκτικών κατοικία
ηλικία ανήλικη
μηδέν το μεσημέρι της

Είναι το ξημέρωμά της
νερωμένη λαχτάρα
άπληστη και φτηνή

Κι ενώ παζαρεύει
την καρδιά της -

πες μου πόλη

ο προαγωγός σου
κοιμάται τις νύχτες μονάχος -;-

Γιατί,

τον είδα να γατζώνεται
στη γρίπη της ψυχής του
μ' ένα τσίριγμα φιδιού
την ώρα που
το κεφάλι του συνέτριβαν
οι εραστές ονείρων

Εγώ
θα πετάξω στη σκηνή
σκιά
το ρολόι του κόσμου

και θα άρω
το μηδέν το απόλυτο
Να μιλήσω ξανά
με τις ώρες μου
με τις φωνές και τις δύο
των φύλων μου

Εσύ
να φοβάσαι-!-
Να τρέμεις την Άνοιξη
Την Άνοιξη
την κατάκτησα όλη
εκείνα τα βράδια
που σε πότιζα φιλί

Πρόστυχη πόλη
για πες μου λοιπόν
ο προαγωγός σου
σε φίλησε μονάχος
αντρίκια τα βράδια-;-
ή
με φαλλούς πανάκριβους
γρύλιζε στα σκοτάδια-;-

Γιατί τον είδα
που έκρυβε το δάκρυ του
κάτω απ' το στρώμα σου
που βουίζει ακόμα
κραυγές κοριτσιών
στο κάποτε το δήθεν
των γιορτών σου

Πού είσαι -;-
μου λες -;-
Μέσα στο αίμα μου
γυαλίζεις ακόμη νομίζεις(!..)
πόλη
ματωμένη πόρνη
σε συγχωρώ

εγώ..

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

να με προλάβεις στους δρόμους της νύχτας






















αφιερωμένο στις Στιγμές
των τελευταίων Ημερών μου


Αν με προλάβεις στο δρόμο

στα άγριά μου τα ζώα
μπροστά
να φρενάρεις

Μην αποχαυνωθείς
με τις ομίχλες
κι εγκαταλείψεις τις πορείες μου

Εγώ
απορρίπτομαι
και επιτυγχάνω συνάμα
μ' ένα μόνο
επιτρεπόμενο λάθος -
το ασυγκράτητο
των ήχων μου

Είναι που χειμωνιάζει νωρίς
κι η νύχτα εκπορνεύεται
για λίγα φώτα -
γιατί
στέγνωσαν τα μάτια της
κι η θάλασσά της
νεκρά έγινε
κι έχει ενδιαφέρον να τη δεις
καθώς
αποστεώνονται οι ιστορίες της
και τα στήθη της μαραγκιάζουν
και πώς να θραφείς-;-

Σκελετοί ανθρώπινοι
τυπώνουν όνειρα
κι αν με προλάβεις
στα διόδια θα λιάζω
τους δεσμούς τους αδίστακτους
και δίχως να πληρώσω -
λαθραία
κι επικίνδυνα -
θα γκαζώσω τα πάθη μου
ν' αφήσω εκτός φυλακίου οστών
λίγους σπόρους αγριολούλουδου
για τους ορειβάτες που
θα συλληφθούν την επαύριον
κι ένα υποβρύχιο θ' αφήσω
- σε τοίχους στίχους -
για μια αξιοπρόσεχτη
βραδινή απόφαση της σιωπής

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

παραμονές της γέννησής σου

















Παραμονές με κενό
Έφυγες κι είμαι
Είσαι
κι είμαι εκεί

που πήραν οι αποστάσεις
τις ασφάλειές τους
νομίζεις
πως γλύστρησαν οι μέρες
μέσα απ' τα δάχτυλά μας
πώς άργησαν οι ανάσες
μαζί με τα φεγγάρια -
του φόβου τα της έκλειψης -
κι απλώνονται τα λόγια
στα σύρματα που
αποχωρίζουν
χωρίζουν τη σάρκα τη μία
που ρέει σαν αίμα
αίμα ρέει
εκεί που κυλούσα
γύρω απ' τα χείλη
μιας νέας σελήνης
και το βλέμμα μου
μες στο βλέμμα σου
καρφωμένο
πάντα στα μάτια σου
να λιώνει
σα χρώματα
στου δειλινού την ώρα
που μπαίνει ο ήλιος
στα στήθια ανάμεσα της γης
και σβήνεται μετά
στη θάλασσα
που ανοίγεται
αφήνεται
ερωμένη στο πάθος
στην έκσταση του φωτός
και σαγιτεύεται το όνειρό της

Παραμονές με τανγκό
και αγγίγματα στο δέρμα
από μακριά που είναι

Τρέχω στο λαιμό σου
να πιάσω τον παλμό
της καρδιάς
αυτόν
στη φλέβα τη μεγάλη
που διατρέχει
όλο σου το κορμί
που διατρέχουν
τρέχει η γλώσσα
να φτάσει
στα άκρα όλα
μετά
τις επιφάνειες

τις ανώμαλες του πλανήτη σου
και στο τέλος
στης πηγής τη δροσιά
να μείνει
για όλο του χρόνου -
το υπόλοιπο του χρόνου -
να τριφτούν οι γεύσεις
οι ανάσες οι μεγάλες
πέτρες να τριφτούν
κι η φωτιά να πλημμυρίσει
το σύμπαν σου
το σύμπαν μου
- να χυθεί η φωτιά -
ν' αποκρυπτογραφήσω
ακατάληπτες κραυγές
τις κραυγές σου που είναι
που κατοικούν στ' αυτιά μου
μέσα στους λαβυρίνθους

Μ' ένα τσιγάρο
που κόλλησε στα χείλη μου
τα στεγνά
απ' τον πυρετό

της απόστασης
της ερήμου
που μας χωρίζει

και ξεκολλά
ψήγματα σάρκας

απ' τα χείλη
που σε δίψασαν πολύ

Παραμονές
εδώ
σκίζω δρόμους
σκίζω τα στήθη μου
σκίζω τη φωνή μου
ηφαίστεια στο νου μου
πυροβολώ το νου μου
να κρατήσω το χορό
το δικό μας χορό
ένα βήμα πριν
μια ανάσα πριν τη γιορτή σου

Να σε φιλήσω ξανά
στων ονείρων μου τα βάθη
Χρόνια Πανέμορφα -!-
Εγώ-!-
Κι εγώ-!-
κι ας λείπεις... Σε φιλώ..
Σε ζητώ
και
σου αφιερώνομαι
εδώ
που σπαράζει
η καρδιά μου σπαράζει

δίχως πανοπλίες
γυμνός
κι απέριττος

Χρόνια σου Υπέροχα-!-
μικρό μου..

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

στον επόμενο τόνο

















Στο δώδεκα -
το πυροβολημένο κενό
του παράπλευρου εαυτού μου -
ο δείκτης ο λεπτός
έσκισε το χρόνο
για να αιμορραγήσει
εσωτερικώς
το σκεύος που φυλάττει
τα πελάγη μου -
κάποια νεύρα, δηλαδή,
το μυελό και
τις συνδέσεις
τις αλυσιδωτές νεύσεις
των σφαιρικών αντιλήψεων
και την απουσία σου ή,
παρουσία της ανάμνησής σου
που εκτός τόπου και χρόνου
βρέθηκαν
να στενάζουν τα βήματά μου
στο πυρ της εξώσφαιρας
παρανοϊκών αντιστάσεων
γι΄αναμονή ανάστασης
μιας και τα λάθη
τους ζωντανούς απογράφουν
στα δελτία της φύσης μας

Κι οι δείκτες σπάνε
στο σφύριγμα του τρένου
που θέλει να φύγει

Κι οι αισθήσεις ερωτοτροπούν
με την αγωνία της σιωπής
στο κρυφό το σκολειό
στα σύνορα των εποχών

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

εμείς κι εμείς
















Αγαπημένοι μου φίλοι!!!

Μεταξύ μας

λοιπόν...

Εμείς κι εμείς δηλαδή

Εσάς που θεωρώ Εκλεκτούς

κι εγώ που είμαι δίπλα σας

και σας ένιωσα και με νιώσατε

Γιατί

έπρεπε να περάσουν χρόνια πολλά

για να καταλάβω ότι στη ζούγκλα που ζούμε

πρέπει να πηγαίνεις πάντα τοίχο τοίχο,
έτσι μου είχε πει κάποιος κάποτε και
δεν το εφάρμοσα.
Κι
άρχισαν να φθίνουν τα πράγματα...


Εδώ, λοιπόν,
μεταξύ μας
επειδή "οι φίλοι μου
είναι μαύρα πουλιά
και σύρματα τεντωμένα..."
κι εγώ ένα μαύρο πουλί
ανάμεσά τους
ανάμεσά σας...


Ευχαριστώ Σας!!!

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Το ΤέΛος






















Μ ε γ ά λ ο Ε υ χ α ρ ι σ τ ώ!!!

κάπου αλλού
κάποια άλλη στιγμή
θ' ανταμωθούμε...

Αφιερώνω τα κομμάτια της ψυχής μου

σ' όλους εκείνους ,

που τουφεκίζονται καθημερινά

για να αλλάξουν τους ρυθμούς

της καρδιάς τους

και στο Όναρ του καθενός μας!...

Καλή συνέχεια!!!

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

το πέταγμα




















στη Χ.Π.

αφιερώνεται ...



Κάποιες φορές
σταυρώνονται οι σκιές
τότε που
κουτσά αγάλματα
τις προσπερνάνε
ή
όταν ράβεις τα χείλια
μη σου ξεφύγουν τα φιλιά
μπροστά στην άβυσσο
πέμπτης ξενοδοχείου κατηγορίας
με τους βουλωμένους νιπτήρες
να μη μπορείς
τις αποδείξεις να ξεπλύνεις
όταν έτριξε ο σουμιές
στο βρώμικο κρεβάτι
πάνω στο στρώμα
που βάφτηκε κόκκινο
κατά του εφιάλτη
ή
και μ' αυτόν
κατά -που νόμιζες -
της υστερίας
δίχως ν' ακουμπάς
τους τοίχους
μην πετάξεις
και φυγή γίνεις
κι ερωμένη των αιθέρων
και βρεθείς
στην ακτή των αστεριών
με όλα τα σύμβολα
της άλγεβρας -
με όλα τα αξιώματα
και τις παραστάσεις
της οργής -
που πήρα
σε πήρα αγκαλιά -
παιδί σε άλυτους
που ΄λεγαν
γρίφους -
με νύχτες πουτάνες
με φτηνό περιτύλιγμα αρώματος
των στημένων αναστεναγμών
στις σβέλτες κινήσεις της αρχής
που νωθρές έγιναν
εκεί
που ο χρόνος γλύφει
πλάτες μαστιγωμένες
σε ανήλικα κορμιά
στα στενά τα ανήλιαγα -
ιούδας ο ήλιος
που
ξεδοντιάζει την αθωότητα
καθώς
κουδουνίζουν τα κέρματα
στα πεζοδρόμια της καρδιάς
κι εκεί
δεν μπόρεσες
δεν είδες
το δάκρυ που δραπέτευε
για μια μπουκιά αγάπη
Κι εγώ
με μια γαρδένια στο χέρι
χάιδευα
χαιδεύω το έλα
στο δισταγμό του λεπτοδείχτη
πολυδουλεμένου ρολογιού
στο "ψιτ-!-" της πόρνης
και στου φαντάρου τη λαχτάρα
εδώ
που καις τα όνειρα
και καραμέλες γλύφεις
να ξεχαστείς
απ' την αλμύρα της θάλασσας
αυτήν
που κολλά - βδέλλα -
στους βράχους
και διαβρώνει τη ζωή

Σταυρώνονται
λοιπόν
κι οι σκιές
με σάρκα και οστά -
που παρέβλεψες -
σε δημόσια θέα
προς διασκέδαση του όχλου
που νόμιζαν

Κι όμως
οι ώμοι πετούν χέρια φτερά
κι η σκιά
στα δειλινά φτερουγίζει
και θεός γίνεται
γιατί
ο ημίθεος
είναι λίγος στο πέταγμα
των ονείρων της

Έτσι
και το καρφί σου στην καρδιά
αστόχησε στο θάνατο
και θρήνος σου γίνεται


Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

η αυτοχειρία της μελωδίας

















Το βιολί ερωτεύεται
τον ποιητή
κι εκείνος κερδίζει
το κέντρο της νύχτας
στου βρώμικου δρόμου
το μεθυσμένο μυαλό

Χορεύει
στην κουπαστή
αόρατου πλοίου
και δες-!- πετάει
στα νέφη

Νύχτα
με δοξάρι μαχαίρι
σκίζω χορδές -
τις φλέβες του καρπού μου -
στα νέφη
κι εγώ
να βρεθώ

Αριστερά οι αγκαλιές
στη μέση τα σπλάχνα -
κύματα πελαγινά -
Στην πλάτη
καρφιά
απ' τους φίλους
της απέναντι πόρτας

Οι άλλοι
ξεχάστηκαν
στο δίπλα της γιορτής
καθώς μιλούσαν με ΄μένα
στα θεμέλια του βάθρου μου
Μ' αφήνουν μ' αρμύρα
και σιωπή

Κι εσύ
λείπεις
και λέω
είσαι παντού

Γι' αυτό
κατασπαράζομαι -
πεθαίνοντας από πείνα

Με μια νεκρή σύνθεση νου
στο περιβάλλον
τ' αυστηρό
της αντιζηλίας
αντίο
λέω
κι έρχομαι
κι ας μου ΄κλεψαν τους στίχους
Στο βλέμμα μου
δεν έχουν λυτρωμό

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

(Έ) ΉΡΩΣ















της φίλης Selini






Τον παρεξήγησες ήρωα
τον πόλεμο ετούτο.
Τσάμπα τα έχτισες τα τείχη
και ξοδεύτηκες για όπλα
και πανοπλίες.
Γάζες και αντισηπτικά
δοξάζουν εδώ τους γενναίους.
Σπλάχνα χυμένα
και ραφές στα μαλακά
της σάρκας μόρια
και αρθρώσεις σπασμένες
και πόνος! πόνος ανήμερος
χωρίς αναισθητικό ή ντόπες
να σου μπήγει τα νύχια στην καρδιά
και να λες «τώρα θα πεθάνω!»
αλλά να μην πεθαίνεις.
Κι αν θες να ξέρεις ήρωα
τον πόλεμο ετούτο ποιος κερδίζει
κοίτα τον πιο διάτρητο
τον πιο κομματιασμένο
με τα βγαλμένα μάτια απέναντι
που μέσα σου κοιτάζει
αυτόν που σου ΄πε «Σ’αγαπώ»
κι απάντησες «ΦΟΒΑΜΑΙ!».

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2009

"Ο Δραπέτης"




















..."Όταν με τις σκέψεις μπλέκονται θεριά αφρισμένα, ξεμοναχιάζεται η ψυχή κι αναπηδά απ’ το σκοτάδι της το φεγγάρι ζαλισμένο. Τότε τρεκλίζοντας ανάμεσα στις σκοτεινιές τραγουδώ κυματιστά στα στενοσόκκακα του κόσμου προσπαθώντας η φωνή μου να τρυπώσει μέχρι μέσα στις μερμηγκοφωλιές ή, πέρα στο πλατύ το πέλαγο, να συρθεί πάνω στα νερά και μουσκεμένη να φτάσει σ’ ένα παλιό ναυάγιο. Ή, ν’ ανηφορίσει στα πάνω πάνω σαν τη περικοκλάδα και να κυλήσει στα γιγάντια αυτιά του Θεού. Τότε μπορεί από μια στείρα καρδιά να γεννηθεί η ελπίδα και ν’ αυγατέψει ο χρόνος στο πλατύ χαμόγελο του δειλινού. Και τότε βέβαια, στον ουρανό θα χυθούν ανάκατα οι νερομπογιές και θα βρεθεί ένα νόημα στην ύπαρξή του. Γιατί, είναι τραγική η ύπαρξη του “απέραντου” χωρίς ένα τουλάχιστον χρώμα στα μάτια του “μικρού”.

Μ’ ένα ξέφρενο χορό οι σκιές, σκιά κι’ εγώ, θ’ ανταμώσουμε μπροστά στην πύλη του Άδη, τότε που ο σκύλος – φύλακας θα έχει πια γεράσει και με νωθρό βλέμμα θα ζητιανεύει ένα κόκκαλο απ’ τον απάνω κόσμο. Και τότε στην ιστορία της ανθρωπότητας θα κατοχυρωθεί επίσημα η ανάσταση, αφού μια μια οι ψυχές θα ξεσκαλώσουν απ’ τις κούρνιες τους για να φτερουγίσουν μαζί μας σ’ αυτό το μεγάλο ανείπωτο ταξίδι που τελειωμό δεν έχει.

Φόρεσα τη μάσκα μου. Τα μαλλιά μου χύνονταν στους ώμους. Το λευκό σεντόνι που ήμουν τυλιγμένος είχε που και που στάλες αίμα. Η μάσκα κέρινη μιλούσε στη γης. Κάτω απ’ τη μάσκα το πρόσωπό μου αγριεμένο κραύγαζε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Οι προβολείς δημιουργούσαν μια ανυπόφορη ζέστη. Όμως η διπλοπροσωπία μου ξεγελούσε. Κι έμενα εκεί, πιστός στο ρόλο μου. Να μαζεύω τα στάχυα απ’ τις κεντημένες ποδιές των χωραφιών με το δρεπάνι μου κι ύστερα το βραδάκι να στρώνω το τραπέζι για το φτωχικό δείπνο. Ένα κορίτσι θα ξεχάσει μια παπαρούνα στο παράθυρό μου. Το γεράκι θα ζυγιάσει ξανά τα φτερά του, τελευταία φορά για σήμερα. Και η κραυγή της κουκουβάγιας θ’ αναμειχτεί με το σουσούρισμα των ζώων που ηρεμούν σε κάποια απέναντι πλαγιά. Κάπου όμως μέσα στο βάθος του κορμιού μου δυο γέροντες πάλευαν δίχως σταματημό. Ο Θεός με το διάβολο πάλευαν, οι αιώνιοι αντίπαλοι μέσα στην αντιπαλότητα των πάντων. Ισοδύναμοι μονομάχοι που τυραννούν το κορμί μου. Κι εγώ, ο μοναδικός θεατής αυτής της γιγαντομαχίας, χωρίς χειροκροτήματα, δίχως εκφράσεις έντασης και αγωνίας για το αποτέλεσμα, γνώριζα ότι ο αγώνας θα είναι ισόπαλος, η ζυγαριά δε θα γείρει ποτέ. Έτσι μόνο η γης θα βρίσκεται πάντα αντίκρυ στον ουρανό κι ο ουρανός πάντα αντίκρυ στη γης και οι χελώνες κάθε άνοιξη θα ξυπνούν και όλα θα τρέχουν αιώνια στην αόρατη κυκλική περιφέρεια. Κι εγώ έτρεχα, τρέχω κι ακόμα και νεκρός θα τρέχω, ατενίζοντας πολλές φορές πέρα μακριά το κέντρο της, πετώντας με τη ματιά μου πάνω από μια καστανή κοτσίδα κοριτσιού που ανέμελα απλώθηκε για να σχηματίσει την ακτίνα που θα ενώνει πάντα την κυκλική περιφέρεια με το άγνωστο κέντρο και να μεταδίνεται έτσι πάντα το αγκομαχητό, ο πόνος κι η χαρά στην υπέρτατη καρδιά.

Τσαλαβουτούν οι σκέψεις μου στα αρσενικά λαχανιάσματα πίσω απ’ τις ξύλινες πόρτες. Αισθάνομαι μια ακίδα να σέρνεται βαριά πάνω στις φλέβες μου. Το άσπρο σεντόνι που μ’ έντυσαν δεν έχει τώρα στάλες μόνο αίμα. Έχει χείμαρρους κατακόκκινο αίμα, αίμα ζεστό. Αίμα ζώου που θυσίασαν στον άγνωστο θεό. Το ζώο που πάντα σπαρταρά στα όνειρα όλων για να μεταφέρει με τη θυσία του απο τη μια μεριά στην άλλη την παράκληση και ταυτόχρονα τη συγχώρεση.

Ποιός είπε ότι ο θρήνος δεν άρχισε ακόμη; Όλα είναι προκατασκευασμένα. Κι η βροχή κι η πασχαλιά που μοσχομυρίζει στις γειτονιές. Ως, κι εκείνο το κάρο που σέρνουν γερόντια τσακισμένα και μυρίζει σάπιο κρέας. Ό,τι βλέπουμε, ό,τι γευόμαστε, ό,τι ακούμε κι αγγίζουμε, ό,τι νιώθουμε υπάρχει πριν από ΄μας για ΄μας. Έρχεται τρέχοντας να μας προλάβει και, πάντα μας προλαβαίνει τη σωστή στιγμή, άγνωστο από πού, άγνωστο από πότε κι έτσι δημιουργείται η ύπαρξή μας κι έτσι αποτυπώνονται οι πατημασιές μας πάνω στις χωμάτινες σελίδες της ιστορίας και το πέρασμα μας απ’ αυτήν παίρνει σάρκα και οστά και γίνεται πραγματικό. Όλα τρέχουν σαν το φως για να μας δώσουν ανάσα και καρδιοχτύπι με την παρουσία τους όταν ήδη είναι μεστωμένα.

“-Ε, ψαράδες πάρτε με μαζί σας! Πάρτε με μαζί σας ψαράδες. Θα ξεμπλέκω τα δίχτυα σας να είναι έτοιμα από πριν σουρουπώσει. Θα καθαρίζω την ψαρόβαρκα και με το πρώτο αστέρι που θα δω και με τον πρώτο κουρνιαχτό θα σας περιμένω. Με μια φυσαρμόνικα στο στόμα θα ξελογιάζω τις γοργόνες. Θα πλανεύω τα δελφίνια να σας κρατούν συντροφιά. Ε, ψαράδες πάρτε με μαζί σας! Ότι αξίζει στη ζωή είναι μια αγάπη, μια χούφτα νότες και μια χύτρα που σιγοβράζει τον επιούσιο πάνω στη φωτιά που άναψε μια καλόκαρδη μάνα. Πάρτε με μαζί σας ψαράδες.”

Θέλω το νερό να μουσκεύει το κορμί μου. Θέλω η θαλασσινή αρμύρα να ηδονίζει τα ρουθούνια μου. Έτσι ανθίζουν οι σκέψεις μου. Έτσι αναπηδά η καρδιά μου και μπορώ να χορατεύω με τον άλλο μου εαυτό και να αντέχω τις ριπές του ανέμου που παρεμποδίζει το πονεμένο μου διάβα στον ανηφορικό δρόμο του γολγοθά μου."...


απόσπασμα από το ποιητικό μου αφήγημα

"Ο Δραπέτης" εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος