Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

στους ήχους της φυσαρμόνικας






















Και ζήταγες πάντα να σβήνω τα φώτα να κατεβάζω τα μπαντζούρια - ούτε μια χαραμάδα έλεγες - ούτε καν μια φωνή, μια ζητιάνα ματιά "Εμείς", έλεγες "Κι εσύ θα γίνεις πόνος", έλεγες "μεγάλος" Έγερνα στα τοπία σου, τότε, μετρούσα τους πλανήτες σου
τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης σου κατάκτησα, έγδερνες την πλάτη μου με τα ξερά κλαδιά των χειμώνων σου, έχω τα δάκρυα τα παιδικά στις παλάμες μου - μ' αυτά να ξεπλύνω παλεύω, λέω, παλεύω τα χώματα να διώξω, τα αίματα, τον πηλό που ξεράθηκε στην καρδιά μου και βουβή την έκανε κι ασήκωτη, ζεϊμπεκιές χορεύει τα βράδια βαριές κι ίσως τα πιο τρυφερά πατήματά μου στη ζωή, δεν έφυγες ΝΙΩΘΩ
ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ
τρύπησαν τα χέρια μου διαρρέουν όνειρα, τα δένω με την ουρά του χαρταετού που κρατάω στην αποθήκη μου που χαϊδεύω κάθε ξημέρωμα
να πετάξω, θέλω, να πετάξουμε να πετάξω
κάνω σινιάλα στους τρομοκράτες μου κλείνουν το μάτι γι' αυτό...μ' ακούς που τις νύχτες σηκώνομαι, πάντα υπνοβατούσα, εξάλλου,
κάνω έρωτα στις γωνιές αμβλυγώνιου, αφού το γνωρίζεις η γεωμετρία μου έδειχνε όλη την αλήθεια του Κόσμου
ναυπηγώ καράβι δικό μου, απλώνω τη γλώσσα μου κατάστρωμα, τα δάχτυλά μου κατάρτια, ταξιδεύω ωκεανούς
μήπως σου είπα ότι ο Αλέξανδρος έχει πολλές αδερφές στ' ανοιχτά της θαλάσσης; μάθε, μάθε, μάθε, τρικυμίες στο στόμα μου μέσα, τα σάλια παλινδρομούν φουσκώνουν κύματα
φτύνω κατάμουτρα τον ήλιο που ξεσκεπάζει πρόστυχες πόλεις, λες, να κοιμήθηκες μαζί τους, λες να κοιμήθηκα κι είναι η μανία απέραντη;
Κι όμως, εχτές έφυγα από μια ψεύτικη γιορτή, να σώσω μπόρεσα ένα φιλί να πάρω σ' ένα μεγάλο διασκελισμό της νύχτας
ανάμεσα στα πόδια της λαχάνιαζα τα σκοτάδια
γωνία εκατόν είκοσι μοιρών
ξάπλωσα τα δάκρυά μου, την ανάσα μου όλη, να ταχυδρομήσω τις λέξεις μου όλες, να κρατήσω το βιολί απ' το τάστο μη του φύγουν τα φτερά και
ναι;...είσαι εσύ; ο ταχυδρόμος χτύπησε μια φορά
μια φυσαρμόνικα έπαιζε στο πλατύσκαλό σου σκοπούς ανείπωτους, μόνο για δύο και κρεμάλα έπαιζε με λέξεις παιδικές και γι' αυτό δύσκολες
θα βρούμε τα γράμματα πιστεύεις; πιστεύω εις έναν σκοπό άναρχο...φιλώ. σε. όπως εσύ

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

στων Όχι τις παραμονές που γεννήθηκα





















"Πες μου χρόνια πολλά
σήμερα θλίψη μου
γιορτάζω"


...Είναι που μισώ τους αποχωρισμούς.
Όμως, αυτοί, με γουστάρουν τρελά...

Ανάμεσα σε στάσεις μέσων μαζικής μεταφοράς

μίλησα με τον εαυτό μου...


Κι άκου, άκου-!-

Επί των τάφων

κραυγές

καταιγίδες

και όχλος γοερός


Περιφέρομαι επικίνδυνα

σαν τα φαινόμενα

που επικρατούν


Επικροτούν

τη σιωπηρή μου αγωνία

Την πορεία μου

πίσω απ' τους τοίχους

αποδοκιμάζουν


Προαναγγέλω

έκτακτες καιρικές μεταβολές

Επιστρέφω

στη μήτρα
ή,
σε άβυσσο βυθίζομαι-;-


Είναι
που πάντα
μ' έψαχνα
και μύριζα
παντού
το άρωμά μου
Και στεκόμουν

μπροστά στον καθρέφτη

χρόνια πολλά

προσπαθώντας

να εξηγήσω
την παρεκτροπή μου

Κι άκου, άκου-!-

Μούσκεψα και απλώθηκα
Στις ρίζες
τυλίχτηκα -
έγινα ρίζες

Χρονογραφώ έρωτες

μ' ένα λιμάνι αγκαλιά

ίσως

κι ένα τρένο

για να κρατήσω
τις επιστροφές

στις ζωές των ανθρώπων


Παραμονές του -Όχι-

Ένα όχι πάντα, λοιπόν,
στη ζωή μου


Ακούς, μάνα μου-;-

Εγώ σ' ακούω

σ' ένα έκτακτο
δελτίο ειδήσεων -

παραμονές βομβαρδισμών


Ποιός είπε, επί των τάφων άκρα σιγή-;-
Εγώ
αγαπώ-!-
Και σήμερα
μου ΄παν
γιορτάζω

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

οι νύχτες οι δικές μου



Αφιερώνομαι

στην Άνιμα
στην Τόνια
και
στην ποιήτρια του έρωτα
τη Βάσω τη Μπρατάκη



Στο δικό μου σινεμά, οι απώλειες έσπασαν τα τείχη της κόλασης.
Είναι που μεθύσαμε τα αποσιωπητικά των εν δυνάμει αισθήσεων και συναρπάσαμε τα υποσέλιδα των κειμένων.
Έτσι, τράπηκαν σε φυγή οι επίδοξοι δολοφόνοι.
Κι έσπασα τα ταμεία της λύτρωσης, με το κλάμμα του μωρού...
Και μου θυμήσατε που έπαιρνα τους στίχους όλους και κατάπινα τα ρίγη όλα
Όμως,
και χάραζε,
ζούσα ακόμη το βραχυκύκλωμα από μέλη υγρά με ιδρώτα χείμαρρο
κι έδιωξα τα συνηθισμένα,
εθισμένα παραμιλητά, γιατί άκουγα που παραμιλούσαν οι θαμώνες του συγκλονιστικού χάους.

Θυμάμαι είχε κυλήσει απ' τα πόδια της το αίμα του πάθους. Δεν μπόρεσε να σταθεί πουθενά... Ούτε ακόμη στις νύχτες της κόλασής μου. Από τότε, καταπίνω το αίμα της για να μη ξεχαστεί.

Ξημερώνει κι ας βραδυάζει γρήγορα εδώ...
Τα δάχτυλα κινούνται ακόμη κι έγιναν φλόγες. Γι' αυτό τραγουδώ ακόμη και καρφώνω τα σκοτάδια με το χαμό της ορμής μου.
Κι ας ήταν το επίκεντρο η καρδιά μου... Εφεδρικοί στρατοί κυριαρχούν στην κόλαση κι ακόμη μπορώ να ερωτεύομαι εγώ, εδώ που, οι συνεχόμενες τελείες ορίζουν συντριβή τεμαχισμένων μυαλών από πρόχειρες ανάσες μιας χρήσης.
Κι εδώ που και πόρνες ακόμη αγίες γίνονται μέσα στον καταρράχτη των δακρύων μου... κι επιστρέφοντας τα τριάκοντα αργύρια κρεμιώνται στο ιστίο των αισθημάτων μου...

...Κοιτώ το ατέρμονο των γαλάζιων υδάτων και σας θυμίζω ότι πέρασα νωρίς από τη γειτονιά του φεγγαριού...


Με αγάπη...

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

αποκάλυψη σχολίου



Ήταν όμορφα εκεί. Και μ' έσωζε πάντα το σφύριγμα του σταθμάρχη - τα τελευταία λεπτά της αποκάλυψης -

Το όνειρο νότιζε
πάντα
την παρουσία μου μα, την υγραίνει ακόμη
αφού
περπατώ και χύνομαι αθεράπευτα ερασιτέχνης απολαύσεων.
Λίγο σκοτάδι, θα πούμε, να προλάβει να ντυθεί η γιορτή - μετά ημίφως, για να βλέπω την ορμή
Ακόμη και τα θεατρινίστικα θλιβερά χαμόγελα στα ξαφνικά των ημερών
ύστερα ή, καλύτερα, στο κατόπιν της σκάλας - εκεί που φυλάσσονται τ' απομεσήμερα τα παιδικά και κουρνιάζουν τα σχέδια της πορείας
Πόσο θλιμμένη η πρωταγωνίστρια του έργου-;-
Πόση δυστυχία στον προαγωγό των φοβικών αναγκών-;- Όταν πρόστυχα χαϊδεύει το μεσονύκτιο κι αφού το δειλινό έχει θυμηθεί τις ώρες όλες...Καληνύχτα-!- για ΄σένα που εμπόδισες τη θύελλα να ξεσπάσει - Πάει να πει...έλα! Αφού από πάντα σε θυμάμαι στην ανάβαση των βουνών. Και τότε ακόμη, που νόμισαν ότι με άδειασαν στον αυτοκινητόδρομο - εκείνοι δεν κατάλαβαν ότι έτρεχαν με στροφόμετρο χαλασμένο και η ταχύτητα μια ανίατη φθορά. Κι εγώ ήμουν εκεί...να βλέπω την άδοξη μάχη αυτών που αυτοχρίστηκαν εραστές...Πόσο θλιμμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον-!-
Το φλας της μηχανής κάηκε και κατέγραψα τη δύση με τη κάμερα του βλέμματός μου.
Κι είναι που ποτέ δε γευμάτισα με τις μείξεις των χρωμάτων αλλά, αγκάλιασα την Αυγή...
Και τώρα...Καλημέρα να πω κι έχει μια όμορφη βροχή-!-...
Μα και σε ΄σένα, φιλιά για το δισάκι των ταξιδιών...
Κι αν σταματήσεις στις επαρχίες...τα πρόβατα θα βελάζουν την αμαρτία σου. Εγώ θα είμαι εκεί - βουκολικά να καταγράφω τις ιστορίες των ρυτίδων...
Γιατί, οι άνθρωποι γερνάμε νωρίς, πριν προλάβουμε να παιδευτούμε στις γλώσσες όλες της γης. Μα τυχερός όποιος μπόρεσε να κρατήσει στην καρδιά του το χάδι της μάνας και να κοιμάται ήρεμος με την ανάσα της στα χείλη του. Και τότε, βλέπεις, μπορείς ν' αγαπάς και να δίνεσαι.
Πόσος νοτιάς στις μέρες μας... Καλημέρες, ξανά... Κι αν γίνεις θεραπευτής, να θυμάσαι τα όνειρα που τουφέκισες, μήπως και, προλάβεις να δώσεις το φιλί της ζωής στον εαυτό σου που, τον ξεπάγιασες ανήμερα χαράς...τότε που το κοριτσάκι άναβε όλα τα σπίρτα να ζεσταθεί και βρέθηκε να του χαμογελά δακρυσμένη η ... γιαγιά του. Πάντα
στη ζωή
κάποια γιαγιά δακρύζει χαμογελώντας...κι ας κοιτάζουμε εμείς το ταβάνι αιώνια για να ... λησμονήσουμε εμάς...

Με φιλιά...

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

το μπλουζ το γαλάζιο















Θα μπορούσα

να σκοντάψω

στου "μπαρ το ναυάγιο"

τους κόκκινους τοίχους

Να κατρακυλήσω

βαμμένες σκιές -

νωπά
τα αίματά μου -
μετά το πέρας

των συναυλιών


Θα μπορούσα
με τα νύχια
να σκίσω

τα φώτα όλα

κι οι θαμώνες
πιο εύκολα
να γλιστρήσουν -
παθιασμένοι εραστές -

στα μπλουζ

των φαντασιώσεών τους -

στις γυναίκες

που δέχτηκαν

να παραμορφώσουν

τα είδωλά τους -

στις γεύσεις
των χειλιών

με κραγιόν διαρκείας
και φωσφορίζουσες ορμές -


Σταχτοδοχείο

θα μπορούσα

να διατηρήσω

την καρδιά μου

Να σβήσουν

κι άλλα τσιγάρα

και κουτσά αινίγματα

τη σάρκα μου

να κάψουν


Θα μπορούσα

μα δίψασα
γλυπτό
τυχαίας ανακάλυψης


Μέσα
σε οπές μυστηρίου του

ανίχνευσα φεγγάρια

με οσμή πυροτεχνήματος

Και πήρα
να σκίζω
νερά πελαγίσια

Καϊκια οι παλάμες μου

κι οι αισθήσεις
κωπηλάτες

Κι είναι

που πάντα
τις νύχτες

συναντώ τον άγιο
ξενυχτισμένο


Και το γλυπτό μου

στα σκαλοπάτια της φωτιάς


Φιλιά φορτωμένο

το προαύλιο των παθών

Παραδίνομαι

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

στο ταξίδι





















Νέα γραφή κειμένου
μ' εξώφυλλο
την παρακμή
που γατζώθηκε
απ' τους μηρούς
των κοριτσιών
χαμένη
στους δρόμους
μιας πόλης
πρόστυχα
ξαπλωμένης ανάσκελα
στη λεηλασία
του βοριά

Υποπτεύομαι
φλεγμονές στα μάτια
και σφαγές
νηπίων ημερών

Σ' όλες τις πτώσεις
λοιπόν
καρφιτσώνω τον έρωτα
Στη δοτική
μόνο
στερεώνω παράθυρο
στη θάλασσα

Στην πρώτη πράξη
να γυρεύεις τον καπνό
Στην τελευταία
την ανάσα
Και στο χειροκρότημα
να γλυστρήσω
σε ράγες τρένου
Να σύρω το μυαλό μου
Να ουρλιάξω
το σφύριγμά του

Κι ενώ το ταξίδι
θα βρίσκεται σε εξέλιξη
να διαλύσω το κενό
απ' τα βράδια
που πρόδωσαν τ' όνομά μου

Κι αυτές τις νύχτες
που κατρακυλώ
στα βρώμικα στενά -
εκεί η ζωή

Κάπου
σε μεθύσι
οι ανάσες
εγείρουν την ακοή μου
τις άλλες αισθήσεις
πάλλουν
και το κορίτσι
με το τριαντάφυλλο στο στόμα
ανάβει το τσιγάρο μου -
φουγάρο τρένου
για το ταξίδι
στη νιοστή των πράξεων

Κι όσοι ανώνυμοι
σχολίων αιρετικών
ή
σε επιστροφή κειμένων -
οι κραυγές δε διαγράφονται
των οργασμών
Κι εκεί
τα λόγια είναι αληθινά
και τα κλάματα
ακέραια
Και είναι
που πιστεύουμε
στους συχνάζοντες
στις πορείες
εκεί
που κατοικεί μόνιμα
η θυσία

Γι' αυτό
σου γράφω
δραπετεύουμε -
σε χρόνο ενεστώτα
στον πρώτο του πληθυντικού καημό -

Κι ας γέμισε η πόλη φλεγμονές
υπάρχουν στιγμές
που δε χάνονται

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2009

"με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις..."

















Επεξεργάζεσαι
τις αισθήσεις μου
Τη γη μου
τρυπάς με
γεωτρύπανο
τη γλώσσα σου
Ο νους σου
κολλημένος
στου παρακείμενού σου
τις όψεις
Σφυρίζεις ανεμελειά
με μέλη σπασμένα
Ωρύεσαι ωραιοπάθεια

Καρφί
ο δείκτης σου
Με καρφώνεις
κάδρο στον τοίχο σου
Με ξεκαρφώνεις -
αιμορραγούν εφιάλτες σου
Με ποτίζεις
σεργιάνι βραδινό σου
μέσα στο χαλάζι

Οι στρατοί σου
ιδρώνουν
Με στοχεύουν
ακριβείας λυγμοί
Τρικυμία στο αίμα μου
Σκίζονται οι φλέβες μου -
χαρτί ιχνογραφίας παιδικής -

Θέλεις
να ζωγραφίσω τα μάτια σου -;-
Απαντώ με στίχους

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

"...Όλα σε μια μηχανή κιμά κι η κόκκινη κλωστή θα τα ενώσει..."

Ευχαριστώ την Angel για την αφιέρωση που μου έκανε στο blog της

(Angel)

"..Κι είπε ο ημίθεος, σαν πέρασε η ζάλη της μέθης από το νέκταρ των Θεών :

broken-glass and blooda

‘.. Κι από το τάσι του χρόνου δε σώθηκε ούτε μια στάλα.. Μόνο γυαλιά σπασμένα,σπλάχνα χυμένα στο πάτωμα. Χειρονομία απέλπιδα και –εν δυνάμει- ματωμένη κάθε προσπάθεια να επιστρέψει η εντροπία τους στο ελάχιστο. Θα συμβιβαστεί .. Μ΄ ένα vitro κατά νου θα συμβιβαστεί .. Θα συμβιβάσει κάθε πρόθεση αναστροφής του χρόνου. Το ξέρει, μερικά πράγματα είναι πέρα των δεδηλωμένων προθέσεών του και πολύ περισσότερο πέραν των δυνατοτήτων του .. Μερικά πράγματα τον ξεπερνούν και αποκαλύπτεται. Κι η δυσκολία να το κατανοήσει αυτό, είναι ευθέως ανάλογη του ήθους που υπολείπεται αλλά και του ‘ήθους’ που επαίρεται ότι διαθέτει. Η μνήμη, –αν υποθέσουμε ότι δεν περιλαμβάνεται στο πακέτο προσφοράς οργάνων σώματός του σε αναξιοπαθούντες του 'είδους' του, ως πράξη ύστατης μέριμνας της υστεροφημίας του, ενδεχομένως και να έσωζε το ελάχιστο αξιοπρέπειας. Αλλά μάλλον εκεί, στη θύελλα αξιών και εννοιών μέσα στη στείρα φιλολογίζουσα καταιγίδα του εν κρανίω, μόνο σαν εργαλείο μνημονικών κανόνων για αποστήθιση και παπαγαλία λέξεων προς εντυπωσιασμό χρησιμοποιείται πλέον.. Τα μάτια.. Είναι τα μάτια πύλη σίγουρα για τον 'μέσα κόσμο' και μονοπάτι για το σκληρό πυρήνα της επικοινωνίας.. Υπό τη βασική προϋπόθεση να υπάρχει ‘μέσα κόσμος’ και βούληση επικοινωνίας. Τα μάτια αλλιώς, Δούρειος είναι ίππος και εισβολέας δόλιος προς άγρα θυμάτων και όργανα βασανισμού των ευπειθών. Κι ο λόγος.. πλάνος και στείρος και δυνάστης. Και ψεύτης γητευτής. Το ξέρει! Και τώρα, αναπολόγητος πια ας αναλογιστεί τη μοναξιά της θάλασσας μέσα στα μάτια του και μέσα από τη θύελλα ας μαζέψει τα κομμάτια του, vitro να κάνει στο αίμα του βαμμένα… καθώς σχεδία διαφυγής σε μυστικά τοπία της νύχτας και σε κήπους δε θα υπάρχει πια.

Λύπη.. Δεν έχω λύπη. Σιωπή μονάχα, σαν το τραγούδι της ανυποψίαστης γοητείας τις μέρες της πολιορκίας των κάστρων.. Μονάχα σιωπή. Και μια απορία κατευόδιου για την απομάκρυνση απ το ταμείο σαν εξοφλήσω τα οφειλόμενα της πλάνης …’

Κι έδωσε μια κλωτσιά στη ανέμη να βρει το μίτο της ματωμένης κόκκινης κλωστής ν΄ αρχίσει νέους μύθους να υφαίνει. Και σαν το Σίσυφο, αποφασισμένος άρχιζε να υπολογίζει του νέου βάρους την κατανομή στις πλάτες του, διαγράφοντας με τη ματιά την κλίση της νέας ανηφοριάς που απλώνονταν μπροστά του .."

..Στο τέλος των καλοκαιριών … Αφιερωμένο!