Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

σκληρή βροχή όπως...σκληρό ροκ



















Είναι
που πάντα έλιωνε
η μέρα μου

στη βροχή
δίχως περίφραγμα

- γυμνή -
να συναντά το τίναγμα

Κι αγγίζω το έγκλημα
με κίνηση αργή
για να μπορέσω κάποτε
να μιλήσω

στο κοινό
και πιο πολύ σε ΄μένα

Για να συντρίψω
το νόθο αποτέλεσμα
του μειδιάματος -
προφυλακτήρα
του φόβου σου

Όταν οι άνθρωποι
ξέχασαν τον τύπο τους
άρχισα να διερευνώ
το νοητικό σύμπλεγμα
της υπόστασής τους
με μια πράσινη μπύρα
που ξεχείλισε στο ποτήρι σου
να πίνω λαίμαργα
το αλκοόλ σου

Ελέγξτε τις ομπρέλες σας -!-
μοιράζουν οπές
στα κρανία
Σκουριάζουν χορδές
μουσικών αισθήσεων
Και το δηλητήριο -
αλκοόλ πράσινης οργής -
βρέχει ακατάπαυστα
το λυγμό μου
στη λήξη της βάρδιας
των τυφώνων

Κι άκου
τη φωνή σου
σε διάλειμμα βροχής

Η δικιά μου ψυχή
δίψασε
εσύ
δίψασες -;-
κι αυτός -;-
Αυτός
δίψασε -;-

Ίσως η γραμματική
να μου ήταν πάντα φιλική
κι εσύ να μη το διάβασες ποτέ
Όπως
κι η γλώσσα μου
που λύθηκε απαρχής
στις συλλαβές του ονείρου

Γι' αυτό
ελέγξτε τις ομπρέλες σας
φθινοπώριασε
και τα φύλλα
κιτρινίζουν γρήγορα

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

ο δέκατος τρίτος αχός

















Διαυγής
ο ανήλιαγος τοκετός
στο χρεμέτισμα της φύσης
Οργιάζει
στη λαχτάρα
της εξέλιξης
Στη λίστα
των μαύρων ποιητών
όταν μπλέκονται τα χέρια
και μετά
δειλιάζουν οι ανεμώνες
να δεχθούν
το σκίρτημα τ' ανέμου -
που τον κρέμασα
σκουλαρίκι στ' αυτί -
για να θυμάμαι
τη μανιώδη προσπάθεια
να εκλείψει η σελήνη
αφού δεν μπόρεσε
να λυγίσει τις πένες μου
και χάραξε
ένα ακόμη όνομα -
το δικό μου
το δέκατο τρίτο -
στη μελωδία
που συνόδεψε
το μέγα λάθος της

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

θυμάμαι





















Τα βράδια

κλαίει

στην αυλή της πόλης

Τότε
ξυπνώ
και γρυλίζω μαζί του

με μια ζωστήρα
να μαστιγώνει

τους ανέμους

Στο τέρμα

να ραγίζει
το δέρμα
Γλύφει
τις πληγές του
και γλύφω
το αίμα
απ' το τσιμέντο

να μη βρεθούν
αποτυπώματα

και καταχωρηθεί

το έγκλημα
Τα βράδια

έρχονται οι εφιάλτες

έρχεσαι
κι εσύ

κι εσύ

Κι εσύ

στρίβεις τσιγάρο

με το φλοιό
του εγκεφάλου μου

καπνίζεις αμίλητη

Πού είναι τα μάτια σου-;-


Γρυλίζει

στην αυλή του κόσμου

Γλύφω το αίμα

και
μου ΄γινε συνήθεια

να γέρνω τις μέρες

και τα βράδια

να κουβεντιάζω
με βρυκόλακες

Κουβεντιάζω
μαζί σας
...προπάτορες
Και εγένετο σκότος

και κρύο πολύ

Πώς να μετρώ
τις μέρες τώρα-;-

Και πώς να ζεσταθώ-;-

Στην κουβέρτα μου
-
σα σπέρμα ξερό -
κοκκάλωσαν οι αναμνήσεις
αποτυπώθηκαν οι κραυγές

Με κρυώνει το όνειρο

το ασπρόμαυρο της ζωής

Κι εσύ
θυμάσαι-;-
είπες "σ' αγαπώ"

Ό,τι μπόρεσα να σώσω

είναι η ακοή μου

κι η μνήμη

μετά το μεγάλο διωγμό-

θυμάσαι-;-

απ' τον παράδεισο
του τίποτα


Κι εσένα

σε άκουσα
να ψιθυρίζεις "σ' αγαπώ"

όμως
πού είσαι-;-

Γιατί
δε βλέπω όραμα
και να ΄ρθεις-;-

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

στη βροχή




















Σε συνάντησα
βροχή
αποτέλεσμα
της συνάρτησης
της άγνωστης
γνωστής ερήμου μου

Το ατίθασο άγγιγμά σου
φιλί ζωής
όταν
τα χρώματα
έσταζαν αλκοόλ
στις αισθήσεις

κι έφερναν

τη λήθη
της αυγής
Να σου πω
το θέλω -
σιωπή

Στην επιστροφή σου

ματαίωσα την πτήση μου

και πελάγωσα

Βροχή ή
μεθύσι
την ώρα της σιγής-;-

Το αίνιγμά σου
θάνατος

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

ένα μολυσμένο όνειρο














Επίπεδος, λες,

σε επεισόδιο στεγνό

Οστά κρανίου

παρατεταγμένα ανυπότακτα

Κελάρι καρδιάς

διαρρηγμένο από πυροτεχνήματα
Φλέβες οπές
να μπαινοβγαίνουν

θεραπευτές παραδομένοι

Σε προδοσία

η ανάμνηση νου

Ψωμί δεν υπάρχει

ούτε νερό

Νοθευμένη απόλαυση μόνο

σε κοινωνία
καθ' όλα ηθική

με δικαστές παιδεραστές

και αιμοβόρους
Φανελάκι κάποτε λευκό

στεγνώνει ακόμη

στα κάγκελα της ντροπής
Απέναντι μια ουρά αετού -

αντίκα -

από προγενέστερες γιορτές

κάποιας Δευτέρας Καθαρής
Κι εδώ
ούτε επίπεδος
είσαι