Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2009

"Ο εγχώριος ο θίασος ξεπέρασε το όριο..."

Εδώ που οι Lyrical Punishment ραπάρουν...

στιχουργεί:
Ο Πύρινος


**********************************************

Αλκοολική Οπτασία

Της φαντασίας μου καρπός,
αιρετικός και παλαβός,
παραγγελιά δικιά μου,
ο τελευταίος μου χορός
του κακού ο ανθός
κάτω απ' το μάτι του νόμου
Κι ένα ποίημα, βγαλμένο
απ' τον κώδικα του δρόμου,
ευγενικό και βλάσφημο,
για κάποιους άσχημο,
στα μεθυσμένα μου νυχτέρια
ποτό θανάσιμο...
που μοιάζει αγκάθι
απ' της νυχτιάς τα βάθη
Πλάθει μύθους πολλούς
και ειναι μέσα μου ξυράφι
Μ' αίμα βάφει,
όσα μείναν ανεκπλήρωτα,
εφιάλτες και ονείρατα ανεξήγητα
Καμίνι που δε σβήνει,
τα σημάδια του αφήνει
Κατακρίνει
Για ό,τι έχει γίνει,
παίρνει ευθύνη
Αγρίμι...οργή φτύνει
Μια για πάντα
μαζί μου έχει ξεμείνει
Ένα βίαιο φιλί για καληνύχτα
και μια ευχή,
μια ενοχή βραδινή
και μια αγκαλιά φονική
Δεν έχει τέλος,
ούτε αρχή
είναι
μια αλήθεια γυμνή
ζει από ΄μένα
και εγώ από αυτή,
κάθε στιγμή,
σαν τη βροχή, που
πάντα σμίγει με το χώμα
Κι οι Ιούδες
δε μου κλείσανε το στόμα,
δεν πρόφτασαν
γι' αυτό κι οι μόνες μου πατρίδες
γεμάτες τρέλα και μανία
είναι σελίδες
Είναι η τρέλα κι η φωτιά
κράμα αλόγιστο
Φτιάχνουνε στίχο
το ερμαφρόδιτό σου κλάμα
Μονάχα τ' όνειρο
έχει το ακαταλόγιστο -
τραγούδι εξόριστο
που ΄χει πουτάνα μάνα
Μ' ακολουθούν τα λόγια μου
που πάλι φλέγονται
μπερδεύονται και ζουν
στην πιο αρρωστημένη φαντασία
Του κόσμου τα στοιχειά
όλα μαγεύονται
από της νύχτας
την αλκοολική οπτασία

************************************

Χάσματα Εποχών

Εδώ
στα χάσματα εποχών
μοιάζει ανάσταση νεκρών
σημαίνει τέλος
στην κυριαρχία των κτηνών
Το αποκάλεσες
ξεγύμνωμα ιερόδουλων ιδεολογιών
κι εγώ απλά -
τιμωρία ψευδών προφητών
Το ΄πες οργή,
το αποκάλεσες κατάρα,
ενώ εγώ
τη μεγαλύτερη του κόσμου αντάρα
Του έδωσα ψυχή και
μια ανάσα μου καυτή,
για να σκοτώσει,
ό, τι ενδώσει,
στης σιωπής τη φυλακή.
θα μιλάω
για μια ριζική αλλαγή
που περιμένω,
όσον καιρό θα το βαστώ
το γαμημένο πυρωμένο
Όταν τα χάνω,
είν' ένας λόγος παραπάνω
για να ζω,
αφού υπάρχουν άλλοι χίλιοι
να πεθάνω
Εδώ, στα χάσματα των εποχών
μείναμε μόνοι μας,
φωτιά η συντροφιά μας
και οι πόνοι μας
Νόμοι μας άγραφοι
οι στίχοι μας
αιμορραγούν
κι ένα περίσσεμα ζωής,
για την ψυχή μας,
θα κρατούν
Στα σημάδια των καιρών,
έργα τρανών εθνοφρουρών,
ζούμε μοντέρνες πομπηίες
των φτηνών, άνευ ηθών
Όμως, μάθετε
πως η ιστορία ξαναπλάθεται
Και στα συντρίμμια
από αλήτες γράφεται
............

Πόσο,
πόσο το θέλεις να φύγω;...
Αφού το ξέρεις
πως δεν έχω τύψεις
για να αποφύγω
Πόσα,
πόσα σου δώσαν
να με διώξεις,
επειδή δεν πατώ
στις γαμημένες σας μαζώξεις
Αν μετανοιώσεις,
εδώ στων εποχών τα χάσματα
θα το πληρώσεις με
θανατά τα μαύρα κλάματα -
συνταγματικά διατάγματα ανάστατα
Εκδιώξτε με
με νομικά σικιέ ξεράσματα
Κακά γεράματα,
το χάσμα οι αφέντες μεγαλώνουν,
σαν αθεράπευτος ιός
ρουφιάνοι ξεφυτρώνουν...
Στήνουν γιορτές,
κάνουν πομπές
στο βρώμικο θεό τους
Νεκρές φωνές, ξεδιάντροπες
κι ο φθόνος είναι βιός τους -
επικηρυγμένος και σαστισμένος, πλανεμένος
απ' τα πάντα προδωμένος μα...
δε στέκομαι σκυμμένος
Γι' αυτό σου λέω,
φτάνει μια ματιά σου
για να σκιάξεις
τα γαμημένα όργανα
της δημοσίας τάξης
Η βροχή, που έγινε χαλάζι,
δε τους νοιάζει
Κι ο σωρός
με τις τριακόσιες μαριονέτες
διατάζει
Δικάζει, όμως, ο χρόνος
πλουτοκράτορες φασίστες -
ανθρώπινες λερναίες ύδρες
που ΄χουν μαύρες λίστες
.............

Σάπια οράματα
καλά θα έκανες να με κοιτάς κατάματα
Μα εσύ πισώπλατα χτυπάς,
κι εγώ εγκαύματα
Μεσ' στο μυαλό σου
ηφαιστείου θυμιάματα
και τόνειρο δεν ακουμπάς.
Σιγά τα πράματα,
στις πληρωμένες τις ψυχές σας
κάνω ράμματα
Γίνομαι σφαίρα να σωθώ
και κάνεις τάματα
Εδώ,
στων εποχών τα χάσματα,
οι πόρνες στήσανε χορό

**********************************

Αιχμάλωτος Τιμωρίας Λυρικής

...............
Γεννιέμαι
απ' του φόβου σου την έκρηξη
Σου ΄χω φυλάξει
της ψυχής μου
και των στίχων μου τ' αγκάθια
Τρελαίνεσαι
και ζεις σε μια παραίσθηση
Είμαι χτικιό
που σου τυφλώνει τα μάτια
Στα χαρακώματα
ματώνω τη χαρά σου
Μαύρο φεγγάρι
και τέκνο της οργής...
Και...
θα με δεις εδώ
να καίγομαι μπροστά σου
είσαι αιχμάλωτος τιμωρίας λυρικής




Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Ένα δοξάρι δρόμος

Στων ήχων το άβατο
εισέρχομαι
και στις ρωγμές του ατόμου
ενώ εξανεμίζω
την απόσταση - ένα δοξάρι δρόμος
από το κέντρο της καρδιάς
Και τότε ξυπνά ο ποιητής...

Σκύβω ξανά
στους διαδρόμους της νύχτας
Εκεί που οργίζεται η ζωή
κι αποζητά τη λύτρωση
Πάλλομαι με ήχους ξεχασμένους
αλλά γνώριμους
και το αίμα
ζεσταίνεται πάλι στις φλέβες μου

Ορμόνες στους νευρώνες μου
θ' αφήσω να ξεχειλίσουν
τα ποτάμια των ματιών μου
Σκοτεινές οπές,
πύλες της κόλασης
που μεθά το νου μου
Ακολουθώντας το ένστικτό μου
ν' ανατείλω το όνειρο το παιδικό
Να παλέψω με την άβυσσο
που ρίζωσαν τα σπλάχνα μου
και οι ορμές
Δίχως να γίνω δικαστής των πεπραγμένων
Να απλώσω τρυφερά το χέρι
και έτσι απλά
να με βρω

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Αντάρτικο πόλεων

Άδειασέ με από βροχές
μούσκεψα και
κρυώνω

Άτακτος ο νους μου
βρυχάται
στον πόθο

Έξω
λιμάνι έρημο
Μέσα πανικός

Την κόλαση
περιεργάζομαι
νομίζω αμαρτάνω

Τα ΄δωσα όλα
μ' ανάστατη καρδιά
Κι εκείνο το σπαθί απέναντι
δημιουργεί παραισθήσεις

Άμαθο
της νύχτας παιδί
με ύαινες πάντα
πάλευα τις μέρες
Τα βράδια γρυλίζω
να μην ξεχαστώ

Μαζεύω πορείες
ανάκατες με στάχτη
κι αντάρτικο πόλεων
Σου καταθέτω εαυτόν
Μόνο
άδειασέ με απ' τις βροχές


Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

Δώσ' μου ένα σύνορο να περπατώ Δώσ' μου ένα όνομα να μη χαθώ Δώσ' μου ένα όνειρο να κρατηθώ Δώσ' μου ένα όραμα ν'αντισταθώ




Όταν τελείωσε τις λέξεις
χάιδεψε τα κλαριά της
κι έσκυψε
στις ρίζες της πάλι
Μάζευα τη φωνή της
που αιωρούνταν -
αντίλαλος
πάνω απ’ τον κόσμο
και
μέσα σ’ αυτόν
Γέμισμα
στα χαράγματα

της καρδιάς μου
Τόλμη,
να προφέρω απλά
το όνομά της
Ποιήτρια… ψιθύρισα
Θυμήθηκε, αλλά δε στάθηκε

Μαρίνα μου…είπα
Κι έκανε στάση
στο τελευταίο σκαλοπάτι
Εκείνο το βράδυ
είχε πυρωθεί η Ποίηση



Λίτσα Πατεράκη

για τη μέρα που σε πρωτοείδα

Σ' εσένα Μαρίνα Γκάτσου


*********************************

Εδώ που η Μαρίνα Ποιεί...

"ΓΙΑΤΙ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΥΧΑΙΑ... ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΤΙΑΤΟ ΤΟΥΣ ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΕΣ..."


Καταδύσεις στην άβυσσο


Τα όνειρά μας ταξιδεύουν στοιβαγμένα

Μ’ ένα καράβι αρματωμένο συνειδήσεις
Χώρος κανείς δεν έχει απομείνει
Εξόν στα έγκατα του καραβιού καρίνας
Μες στα σκοτάδια της, τυφλά αρμενίζουν
Αφώτιστα κι από μιας σταλιάς λιαχτίδα
Ξεμπάρκαραν επαίτες σε κλίμακες
Ουράνιας πολύβουης μοναξιάς
****

Προσευχή…σε δρόμους άνυδρους


Κατρακυλά το «σ’ αγαπώ»
Σε γειτονιές ονείρων…
Πάει ζεστασιά να βρει
Σ’ ανάσες ξεχασμένες
Άλικοι ψίθυροι το παρασέρνουν
σ’ ακτές δύσβατες
Σε μπλόκια λιμανιών αυτόφυτων
σκοντάφτει…
Και «αγαπώ» το όνομά του λέει
Κανείς δε το γνωρίζει πια…
Μ’ αυτό εκεί, επιμένει
Σ’ αγαπώ με λένε…
Φύγε, δε σε γνωρίζω, φύγε…
Φωνή βράχων η ανταπόκριση
Μα, εγώ είμαι…εγώ το «σ’ αγαπώ»…
Φύγε…ακούς…
σ’ αγνώστους δε μιλάμε…
Βράχος ψυχή, γρανίτης νους εμείς,
Κανείς δε θ’ ακουμπήσει
Κανείς,
Εξόν της παγωνιάς
και της αντάρας η θάλασσα
Ένα δακρυσμένο «σ’ αγαπώ»
Πάει ζεστασιά να βρει
σε πίνακα βοσκότοπων
και πεδιάδας νηνεμιά
Δακρύζει, πονάει, αγκομαχά…
Μα πάντα ψάχνει…ληξίαρχο να βρει
Στης παγωνιάς τον τόπο
Και τα’ όνομά του να χαρίσει…

«Σ’ αγαπώ» με λένε…
Ναι; Ε, και;
Εμάς όλους βράχους μας λεν’ γρανίτες
Φύγε, φύγε
Και θέση εδώ δεν έχεις
Μα ούτε ποτέ θα βρεις

Ιυγή…Ιυγή…
απ’ τα σπλάχνα βγαίνει κραυγή
κραυγή …(σιωπής απορία)

Ηλί Ηλί λαμά σαβαχθανί…
Θεέ μου θεέ μου…(Πατέρα μου)
Γιατί με εγκατέλειψες;…
Κι εγώ το σ’ αγαπώ
σε δρόμους άνυδρους ακόμα παραπαίω…
***

Πού χαθήκατε γαμώτο;


Tρέχει η άσφαλτος…
ή τρέχω στην άσφαλτο;

Η παράλληλη άσπρη διαχωριστική γραμμή,

τη γραμμή του τέλους στο monitor
της εντατικής στο νου φέρνει…

δεν ήθελα ποτέ τον προορισμό
και το τέλος του ταξιδιού γνώση να έχω….

Τον προορισμό αυτή τη φορά τον ξέρω….

Πληγή λέγεται ...
Σε καθιστώ συνοδηγό…
Σου μιλώ…
Σου μιλάω….
σου φωνάζω κυλώντας στην άσφαλτο
-
Έμαθα μόνη να ταξιδεύω.
.. - Βρέχει και δυσκολεύομαι -...
- Πόσο εύκολα το « Σ ΄ αγαπάω» λέμε, ε;
-
- Μη μου ξαναπείς ότι μ’ αγαπάς,,,
χάρη στο ζητώ
-
...
- Βρέχει….. -

...
- “Βρέχει στην εθνική οδό”….
ωραίος τίτλος τραγουδιού ε; αγάπη;
-
...
- Μα μίλα μου….είναι δύσκολο αυτό το ταξίδι….. -
...
- Μίλα μου σε παρακαλώ…. -
Δίκιο έχεις ….μιλάνε οι σκιές ;
Μα ερώτηση μόνο ακόμα…

. Όσο τα χιλιόμετρα τρέχω και στην πληγή φτάνω….
Που χάθηκαν;….που χαθήκατε;

Πότε σκιές γίνατε γαμώτο;
Χιλιόμετρα ασφάλτου γίνατε….

Στο 456ο χιλ….Προσκλητήριο μνήμης κάνω,…….

***
Στου νου μου τα σκοτάδια
Ξυπνώ το πρωί....
Στον καφρέφτη σου
που απένατι μου έχω
τον εαυτό μου καλλωπίζω...

Φορώ το χαμόγελο που θέλεις....

Φορώ το βλέμμα που αρκείσαι κι αντέχεις...

Φορώ τα ρούχα της αποδοχής σου...

με κοιτώ...με καθρεφτίζω

"φτου σου....όμορφη!"

στο ειδωλο του ψιθυρίζω ....
κι ισως μ΄ακούσει

Κάνω να φύγω....με χαμόγελο μισό μα...
Στον άλλο μου καθρέφτη γυρνώ....

Σ΄ αυτόν τον " έσω"΄
κοντοστέκομαι....
το ειδωλό του κοιτώ
" φτου σου...ξεφτίλα"
του κραυγάζω ...
κι ισως μ΄ακούσει....

χα! χα! χα!
εγώ είμαι.....εγώ!
και το ένα ειδωλο....και τ΄άλλο εγώ!

"καλή σου μέρα αν ξυπνάς"....
όταν ξυπνήσεις.......


Ήταν ένα μικρό αφιέρωμα

στην ποιήτρια των παρασκηνίων

Μαρίνα Γκάτσου

Υπήρξαν κάποιοι Ανώτεροι Άνθρωποι κατά καιρούς που αρνήθηκαν μέχρι και νόμπελ

Αντιγραφή από το blog του φίλου Διάττοντα
με την ελπίδα να με συγχωρέσουν πολλοί...

Επισημαίνω ότι ο Διάττων έχει δώσει όνομα στο blog του "ΝΑ ΥΨΩΘΟΥΜΕ ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ". Αυτό με κάνει να ζητώ δημόσια συγνώμη.



"Έκανα αυτή την ανάρτηση ως απάντηση στο "βραβείο" που είδα χθες σε πολλά blogs.

Η άποψή μου είναι η εξής. Δε χρειαζόμαστε βραβείο για το αυτονόητο, για το ότι επικοινωνούμε δηλαδή καθημερινά και το απολαμβάνουμε. Αυτό συμβαίνει εξ' ορισμού. Και βλέπω ότι, δυστυχώς, το υιοθέτησαν πολλοί...

Κινούμαι εδώ και πολλά χρόνια στους δρόμους της δημιουργίας και της τέχνης κι αυτό μου υπαγορεύει να έχω μια παράλληλη πορεία απ' αυτή των "βραβείων", προτιμώντας πάντα το δρόμο της ουσίας. Δε χρειαζόμαστε "εφευρέσεις", ή "ωραία ρούχα" ή ακόμα και "στολίδια" για να επικοινωνούμε. Και δε χρειάζεται και να τα επιδεικνύουμε. Αφού, έτσι κι αλλιώς επικοινωνούμε. Η ιστορία, η ίδια η Ζωή μου έχει διδάξει, ότι τα καλύτερα και τα σπουδαιότερα πράγματα, γίνονται διακριτικά...


Έχεις δίκιο Φίλε!

Συγνώμη!

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Βραβείο Φιλίας

Μια ενδιάμεση στάση, λοιπόν, για να παραλάβω το βραβείο μου, από την φίλη pandoras-bookmarks.blogspot.com/, και να ευχαριστήσω όλους εσάς που με επισκέπτεστε φίλοι μου.

Σχετικά με το βραβείο, αναφέρω κι εγώ με τη σειρά μου τα εξής:

«Αυτό το blog επενδύει και πιστεύει στην εγγύτητα – την εγγύτητα στο χώρο, το χρόνο και τις σχέσεις. Αυτά τα blog είναι εξαιρετικά γοητευτικά. Αυτοί οι bloggers προσπαθούν να βρουν και να γίνουν φίλοι. Δεν ενδιαφέρονται σε βραβεία για την προσωπική τους άνοδο! Η ελπίδα μας είναι όταν κοπούν οι κορδέλες των βραβείων αυτών, να αναπαραχθούν ακόμη περισσότερες φιλίες. Παρακαλώ δώστε περισσότερη προσοχή σ’ αυτούς τους συγγραφείς! Αυτό το βραβείο για Blog, πρέπει να δοθεί σε οκτώ αγαπημένους σας bloggers, και οι οποίοι με τη σειρά τους, θα το προτείνουν πάλι με τη σειρά τους, σε οχτώ αγαπημένους bloggers ο καθ' ένας τους κ.ο.κ.»

Ευχαριστώ και δίνω τη σκυτάλη στα πιο κάτω blog:

αποσπεριτης
ξωτικό
aremnv.blogspot.com/

marianaonice.blogspot.com/

gefyrismoi.blogspot.com/

notforthemass.blogspot.com/

paterakis-nikos.blogspot.com/

moholy.blogspot.com/

thesocalledfactofrevelation.blogspot.com/

Δε μου αρέσει να επιλέγω, όμως αφού αυτοί είναι οι όροι τους σέβομαι. Ας με συγχωρέσουν όσοι φίλοι δεν αναφέρω εδώ. Θα μου δοθεί σύντομα η ευκαιρία να τους αναδείξω από το blog μου.

Και πάλι ευχαριστώ τη φίλη Πανδώρα, που στάθηκε δίπλα μου και σε δύσκολες στιγμές και μου έδειξε ότι έχει μια ανεκτίμητη καρδιά!...


Υ.Γ. Συγχωρέστε με που δεν τα πηγαίνω καλά με την τεχνολογία και δεν μπορώ να εμφανίσω την εικόνα του βραβείου καθώς και την αυτόματη επαφή σας με τα blogs των φίλων.

Όποιος προτίθεται να με βοηθήσει θα χαρώ πολύ...

μαύρη βροχή

Δύσκολη νύχτα
Κατασπαράζει
το νου μου
Βρέχει μαύρη βροχή
στον κόσμο μου
Στάση κάνει
στη ροή
Να τη σταυρώσω θέλω
σα ληστή
των παιδικών μου φιλιών
Όμως, την πίνω
απ’ τις χούφτες μου,
που την άδραξαν όλη
Κι αυτή,
η αχάριστη,
μαχαίρι γίνεται
και περιστρέφεται
στα σπλάχνα μου
Ξεσκίζει
ξεριζώνει μια μια
τις αγάπες μου
Τώρα θυμάμαι
που πίσω στους χρόνους
μια μήτρα
εμπνεύστηκε για μένα
ζωή
Ίδια νύχτα και τότε

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

στη δύση του ήλιου

Όχι τώρα
Στη δύση του ήλιου
Στα ίχνη της νύχτας
Στο ξύπνημα των αστεριών
θα
ψηλαφίσω εγώ.
Ο ιχνηλάτης του έρωτα
Γωνιά γωνιά, στα μόρια μέσα,
θα φυσήξω πνοή μου,
αίμα μου κι ιδρώτα θα ποτίσω
Μολύβι η αφή μου,
δαχτυλικά αποτυπώματα
το μελάνι μου
Θα ρίξω φως το βλέμμα μου
ν' αποκαθηλώσω το φόβο

Σε άγνωστο τοπίο,
σ' άγνωρο κορμί
λέξεις μου...Λέξεις να χαράξω
μηνύματα αξιών
βυθών προσκλήσεις
για ταξίδια ασύλητα
με στεναγμούς παθών
έξω απ' τις πύλες της κόλασης
και λίγο πιο μέσα...Στην κόλαση
Να περπατήσω τη φωτιά
ξυπόλητη

Κι εκεί,
στο βάθος της νύχτας
εσύ,
να μου δωρίσεις
τον Παράδεισο

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

εγώ κι...εγώ...



..."Θέλω το νερό να μουσκεύει το κορμί μου. Θέλω η θαλασσινή αρμύρα να ηδονίζει τα ρουθούνια μου. Έτσι ανθίζουν οι σκέψεις μου. Έτσι αναπηδά η καρδιά μου και μπορώ να χορατεύω με τον άλλο μου εαυτό και να αντέχω τις ριπές του ανέμου που παρεμποδίζει το πονεμένο μου διάβα στον ανηφορικό δρόμο του γολγοθά μου.
Εκεί πάνω στο νεκρικό λοφάκι βλέπω ήδη το σταυρό μου μπηγμένο στη γη. Με περιμένει. Με περιμένει από πριν. Πριν από μένα για μένα. Ένας νεκρός, δυο οι νεκροί…Με περιμένει ο σταυρός μου. Κι αυτό το βαρύ φορτίο που κουβαλώ στη ράχη μου μια ζωή τι είναι; Δεν είναι ο σταυρός; Χα, χα, μας παραπλανούν μερικές φορές οι ποιητές. Είναι μωρέ, ο άλλος μου εαυτός. Ο σιαμαίος. Αυτόν κουβαλώ τόσα χρόνια στην πλάτη μου. Αυτός με βαραίνει και τσακίζει το διάβα μου. Αυτός ο κολλητός μου. Σε λυπάμαι αδερφέ σιαμαίε! Σε λυπάμαι γιατί χωρίς να φταις θα σταυρωθείς μαζί μου. Θα σταυρωθείς χωρίς να μπορείς να κοιτάξεις τους δήμιους στα μάτια αφού είμαστε κολλημένοι πλάτη με πλάτη. Εγώ θα τους κοιτώ χλευαστικά. Εγώ θα φωνάξω: Ηλί, Ηλί λαμά σαβαχθανί. Εγώ θα συνομιλήσω με τους δυο ληστές που θα βρίσκονται στα αριστερά και στα δεξιά μου. Εγώ θα σιγοψυθιρίσω το Τετέλεσθαι λίγο πριν γίνει ο κατακλυσμός. Εμένα θα περιμένει η καλόκαρδη μάνα με τη χύτρα να σιγοβράζει πάνω στη φωτιά. Εσύ, σε λυπάμαι κολλητέ μου, σιαμαίε αδερφέ... Εσύ, θα βλέπεις μόνο τον βαρύ ξύλινο σταυρό μας και με δυσκολία θα σηκώνεις το κεφάλι για να διαβάσεις τι γράφει η πινακίδα που κάρφωσαν πάνω του. Κι η πινακίδα αυτή σου ανήκει. Αφού πεθαίνοντας, εκεί θα είναι καρφωμένο το βλέμμα το δικό σου. Θα σε ακούω βέβαια να κλαις από ντροπή. Μπορεί και να σε ρωτήσω τι γράφει, αν και δεν χρειάζεται, γιατί εγώ είδα πριν από σένα για ΄σένα πως σε ονομάτισε η ιστορία. Η αρχόντισα κυρά με τα πλουμιστά στολίδια της. Όμως μπορεί να σε ρωτήσω, έτσι για μια τελευταία κουβέντα μαζί σου, γιατί σ’ αγάπησα βρε αδερφέ. Σ’ αγάπησα μέσα απ’ τη συνήθεια του σιαμαίου μας διδύμου. Φτωχέ, κολλητέ μου αδερφέ, που η μοίρα σου ΄ταξε να φυλάττεις πάντα τα νώτα της τερατώδους σάρκας μας κι εμένα μου ΄ταξε να μεταφράζω το θρόισμα τ’ ανέμου και των αστεριών το παιχνίδισμα πάνω στα λαχταριστά στήθεια του πλανήτη μας, διαλέγοντας λεωφόρους και μονοπάτια για να φτάσουμε εδώ λίγο πριν νυχτώσει. Κι επειδή, ναι, σ’ αγάπησα πολύ, θα ζητήσω απ’ τη μάνα να σκουπίσει τον ιδρώτα της τελευταίας επιθανάτιας αγωνίας σου και θα ζητήσω απ’ τον άνεμο να σου χαρίσει έν’ άρωμα φερμένο από περιβόλια λουλουδιασμένα."
...................................


απόσπασμα από το ποιητικό μου αφήγημα "Ο δραπέτης"

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

αναζήτηση















Όταν το όνειρο
αγγίζει το φεγγάρι
τα δάχτυλά μου ψηλαφίζουν
τη σκέψη σου.
Ίσως να βρουν
το παράνομο ανάστημά σου
στους τοίχους των φυλακών
ή το γυμνό κορμί σου
βυθισμένο στη θάλασσα των δακρύων μου.

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Συμπέρασμα

Η μελωδία της καρδιάς
είχε έναν συννεφιασμένο τόνο
και μια συρτή αντανάκλαση
των εκτοξεύσεων στο φεγγάρι.
Γονατισμένο ανταύγισμα
της δόξας μας
ενσαρκώνεται μετά τα ναυάγια
και τις σκοτεινές υποθέσεις
στα πολεμικά άσματα.
Σκουντούφλης βοριάς
να σηκώσει δεν μπορεί
μια χάρτινη σαΐτα
κι ένα ξερό φυλλαράκι ελιάς.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Εν αμύνει δολοφονία

Αρχικά,
η εξέλιξη διαφαινόταν ραγδαία
Έτσι,
οι δρόμοι μύρισαν μαζώξεις,
μπαρούτι και οργή
Τα πουλιά
χαμήλωναν συχνά πάνω
απ' τις κεραίες των τηλεοράσεων
και τα σύρματα με τα πλυμένα
Ο χρόνος
γατζώθηκε απ' τις υπερβάσεις
Ο πληρωμένος έρωτας
δεν είχε πεζοδρόμιο να περπατήσει
Άδειασαν τα φανάρια
απ' τους καθαριστές αυτοκινήτων

Το φεγγάρι αλλιώτεψε-
έλεγες, ξαστέρωσεν ο ουρανός
Ένα καράβι κρατούσε
το βλέμμα μας λαμπρό
Αλλά,
ο ληστής ενεφανίσθη πάλι
στην ψυχή
Μετρά τα βόλια του αυτός
εμείς τα παιδιά μας...
...Κάποιο λείπει,
κάποια λείπουν
Δολοφονούμε εν αμύνει το ληστή

και ακάθεκτοι βαδίζουμε
Το βλέμμα έγινε κόκκινο
Τα χέρια μαύρισαν
απ' το κάρβουνο για τις ξυλόσομπες
Εμείς που δεν ξεχνάμε
μετρηθήκαμε ξανά...
...Λίγος ο αριθμός
το βλέμμα μεγάλο

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

Ένα ροδόχρουν δειλινό

Δε με χωρούσε πια η Αυγή
Έδυσα
στην ανατολή της οικουμένης
καθισμένη στο Δίον
να ξεμπλέκω νεύρα
από κουβάρια μυελού και φαιάς ουσίας –
μνήμης λαβυρίνθων
και χωμάτινων δρόμων
Βυθισμένη σ’ ονειρέματα,
όταν τρυπούσα τοίχους
να φτιάξω διεξόδους στα νευρικά μου κύτταρα
Φορτωμένη πυρετό σαράντα
και δίψα ακατάσχετη,
μ’ αιμορραγία ανελέητη
στην οργανική χημεία της ψυχής μου.

Έδυσα, ενώ έσταζα βροχή
στο Μεγάλο Θρόνο του Ολύμπου σας,
ανάμεσα σε σχηματική παρέλαση βομβαρδιστικών,
όταν στα τούνελ του εγκεφάλου μου
πυροδοτήθηκε η προδοσία
σ’ ακολασίας βογκητά,
με νευρικούς διαβιβαστές, ας πούμε, ευκαμψίας.
Μάταια προσπαθούσα να καλύψω τους προγόνους μου,
καθισμένη στο θρόνο που έσταζε τύφο.
Τότε, έμπηξα βαθιά το δείκτη μου
στις κόγχες των ματιών μου,
κι ένα - ένα τα πέταξα

στον κάδο της ανακύκλωσης.

Ένα ροδόχρουν δειλινό χάραζε
στο ακαταλόγιστο πρωινό μου.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Λόγια Φίλων Blogers

Τελώνι Τρελώνι

Kάπου καραδοκούν,
τα κίτρινα μάτια των λύκων,
μια μικρή σπίθα Ελπίδας,
αλλά ναί!Ζωντανή,γεμάτη οργή
και τα Τσεκούρια είναι καλά ακονισμένα,
στα σκοτεινά λαγούμια χωμένα,
που θ αστράψουν με τον Πρώτο Κεραυνό!!!
΄Ερχεται σταθερά με ήρεμο το βήμα,
πλησιάζει...η αγέλη!
Ακούς το Τραγούδι των Λύκων που υψώνεται;
Χα, δε τ ακούνε όλοι, μονάχα αυτοί που θέλουν...
...θέλουν ν ανάψουν τους Πυρσούς
κι από τις Στάχτες των χαμένων,
θα γεννηθεί καινούργιο Αίμα!
Πιο κόκκινο, πιο Κόκκινο
Τόσο Κόκκινο,
που δε θα ξεχωρίζει απ' το Μαύρο!!!

*******************************************************
Angel ^j^

Στα σπλάχνα ανάμεσα
η ψυχή μας
στη στάχτη
στη στάχτη
θα μεταγγίσουμε
όλο το δάνειο απ τον Ήλιο
μ όση ενέργεια μας έφερε ως εδώ
Με μιας Σελήνης
Παραμύθια
Και μιας Παλίρροιας
ώθηση
Θα ποντιστούμε
Θα ονειρευτούμε
Μια Άμπωτη
Να στεγνώσει τα μάτια
Να στεγνώσει τα νερά
Σε άμμο στεγνή
Κι απάτητη
μέσα απ το κέλυφος
δειλά να βγούμε
Να ξεθαρρέψουμε τα βήματά μας
Νέα παραμύθια
Να ψιθυρίσουν νανουρίσματα
σε νέα παιδιά
Μ΄ όλη τη λύσσα
μιας ανατροπής
μιας αγανάκτησης
… και μιας Ελπίδας !

*************************************
ΝΑΔΑ

Φοράμε τις μάσκες της αποξένωσης
Και κρατάμε το δόρυ του φόβου μας
Έτοιμοι να τα μπήξουμε σε όποιον μας καταλάβει
Ουρλιάζουμε τραβώντας τα σκεπάσματα μας τις νύχτες
Και καταπίνουμε λαίμαργα τις απόψεις του άλλου
Μόνο και μόνο για το διαβατήριο στον κόσμο του αρεστού
Και έτσι γεννάμε
Πολλαπλασιάζοντας
Θετικότητα επί θετικότητα

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Εμείς οι άνθρωποι

Μας προγραμμάτισαν
σβησμένους πυρσούς να μεταφέρουμε
και να ασελγούμε στα σπλάχνα μας

Κρανίου τόπος η ψυχή μας

Ο άνεμος ξενητεύει
τις στάχτες των εμβρύων μας
Και,
βελάζουμε χαριτωμένα...

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Ο χορός της Σαλώμης

Πότε θα κελαηδήσουν τα πουλιά;
Κι οι παπαρούνες σ’ άσπρο χαλί
θέλω να γεννήσουν το χαμόγελο.
Εκεί,
στο σκαλοπάτι της σιωπής,
που σ’ ερωτεύτηκα ζωή,
η Σαλώμη χόρεψε τον ύστατο χορό της.
Κι ύστερα,
ζήτησε ν’ αφανιστεί το σύμπαν.
Κι επειδή οι θεατές της είχαν ξελογιαστεί,
μαχαίρωσαν το όνειρο.
Και σα για να ξεπλύνουν τα κουρέλια τους,
έχτισαν πέτρινους τάφους
κι έθαψαν πλουσιοπάροχα
τα σκόρπια μέλη του αέρινου ψίθυρου,

το βράδυ,
στο δάσος.
Κι η Σαλώμη ξεψύχησε…

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Η ΜΑΣΚΑ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Υστερόβουλα πατήματα
στο πηχτό σκοτάδι.
Η χειράμαξα π’ αναστενάζει
κι ύστερα βυθίζεται —
αιώνια σιγαλιά.
Τα παιδιά ράγισαν
σ’ ένα κακοπληρωμένο αγκάλιασμα.
Μήπως ο καιρός
να πρόδωσε τα ωραία μας σώματα;
Κι εσύ Αίολε,
δυνάστη των ανέμων,
κοίταξε•
το πρόσωπο κάτω απ’ τη μάσκα
είναι το δικό σου.
Μια στάλα της βροχής
ερωτεύεται μια ανθισμένη ανεμώνη.
Κυλάει γραφικά
στον άδειο της λαιμό.
Τελειώνω μια έξοδο
στο μεγάλο σου σχεδιαστήριο
Το μελάνι χύνεται στο χαρτί.
Τα μάτια καρφώνονται
στο μαύρο υλικό.
Γκριζοπράσινη σιωπή
κι αποπειράθηκα να σε χορτάσω
Θα ’ρθεις να δεις
το πνεύμα των κυμάτων;

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Ταξιδιώτης της βροχής

Οι καρδιές των λουλουδιών
πλάθουν μια καινούργια ιστορία.
Στα φίλτρα των χρωμάτων τους
ρίχνουν τη μαγική τους σκόνη
κι ερεθίζουν
δυο μάτια ορθάνοιχτα
π’ απειλούν την αγνότητα.
Στην ψυχή μου
το γλαροπούλι
τ σ α κ ί ζ ε τ α ι
κι ένας άσπλαχνος θεός
μοιράζει τυφλός
μες στα σκοτάδια
τα μόρια της καρδιάς του.
Αχ, δεν μπορώ την Άνοιξη
να νιώσω.
Τα ρίγη με ρίχνουν
σ’ απόκοσμες εξερευνήσεις.
Ταξιδιώτης
στις γαλάζιες ανταύγειες της βροχής
έξω απ’ τις πόρτες
των ανθρώπων.
Δεν στέγνωσαν ακόμη
τα φτερά μου.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

Οράματα βυθίζοντα

Όταν ο ξέγνοιαστος βαρκάρης
σκάλισε του πελάου την πυγμή
πάνω στο μουσκεμένο του σκαρί,
άφησε να του φύγει
ένα ήρεμο δείλι
στων ανέμων το στρατί
Και ’γω,
που ακόμη αγαπώ
την παράξενη τη φλόγα
των βλεμμάτων σου,
μια σύγχυση θα σπείρω
να τεμαχίσω μια καρδιά
και να κερδίσω
το μυρωμένο χρώμα
πάνω στης μουσικής τη νότα,

με μια κραυγή.
Αχ, οι τρελές έλξεις των πλανητών!...
Κι η Αφροδίτη δάκρυσε
όταν ο Άρης άστραψε
και χτύπησαν τα όπλα του
στο πλακόστρωτο των αιώνων
Κι οι νύχτες είναι το ίδιο ώριμες
κι ανώριμες
όπως διαβάζω μια φαντασία
στις σελίδες της καρδιάς σου
κι αφήνω να ξεφύγει
το βουητό της θάλασσας

απόνα κοχύλι,
που κατοίκησε
στο μέρος των χειλιών σου
σιωπηλά και δαρμένα.
Και γλίστρησα για πάντα στο νερό...
Άσπρο καράβι της στεριάς το γιασεμί
ευωδιάζει ακόμη
λίγα μέτρα πριν τη ζωή μου...

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Για μιας σκιάς...το χνάρι

Λέω...
ανήλικο πάντα πορεύεται
ό,τι δακρύζει
κι ό,τι ποιεί-
αλήτικα ποιήματα
που στήνει

Ό,τι σπαράζει
κι ό,τι ερωτεύεται ακόμη...

Ό,τι στυλοβάτης
της ψυχής του γίνεται
και ουρανοποιός
του δικού του κόσμου...
...στα χρόνια της απομόνωσης,
στα χρόνια της οργής,
στα χρόνια της λύτρωσης

...Γιατί,
έρχεται κάποτε η λύτρωση
κι η αποδοχή
δε μοιάζει πια επικίνδυνη...


στη Μαρίνα

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Κάπου μακριά...

Ασημόπαπιες κολυμπάνε
σ’ αιθέριο κορμί.
Κάνουν να σκύψουν στη νύχτα,
αλφαδιάζουν τη σκέψη
κι αρμενίζουν στο άπειρο.
Γυμνό σώμα,
νούφαρα επιπλέοντα,
εμπλέκονται φωνές,
πάθους εικόνες.
Θλιμμένες οπτασίες
ξεσηκώνουν ολοφυρμό.
Τ’ ανθρώπου σημάδια
σ’ έναν άλλο βυθό.
Δεν θέλω πια άλλες συμβουλές.
Βραχιόλι λευκό σου φορώ
στο μπράτσο
Της βροχής το υγρό χιτώνιο
ντύνω το κορμί σου.
Τα μουσκεμένα σου φιλώ περιβόλια.
Ασημόπαπιες βουβές
στολίζουν το φαράγγι σου,
που γέμισε ουράνια ύδατα.
Μυρωμένα κορίτσια ξεθωριάζουν.
Κάπου μακριά,
πέφτουν κεραυνοί!..

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2009

Υπόσχεση

Κι άξαφνα
μέσα στο φως,
δονείσαι.
Δεν το ’ξερα
πως τα σύννεφα
σταλάζουν βροχή.
Τα πειρατικά καράβια•
περαστικές στιγμές
στην ανάστερη ύπαρξη
της φωνής μου.
Γέρνω στη μεριά των αινιγμάτων.
Μαίνονται τα λιοντάρια
και ορμούν.
Σώμα ασάλευτο, εκστατικό,
αχαλίνωτο παιχνίδι
στα χέρια μου.
Με μαγνητίζεις
με κύματα αέρινων λουλουδιών.
Παραπαίουμε
σ’ ένα δοξάρι βραδινών πόθων.
Κι αν το φεγγάρι θρυμματίσω,
θα χαθώ μες τ’ αστέρια.
Πληγωμένοι εραστές,
οι κομήτες θα ουρλιάξουν.
Σπαραχτικά θα ικετέψουν
τη διαφάνεια,
της χυμώδους σιωπής σου.
Ύστερα, στο μοναστήρι των Αγγέλων
θ’ ανάψω πυρσούς.
Να στέψω με στίχους
τη λατρεμένη μορφή σου.

περί ... ανέμων

Περί ανέμων και υδάτων

λόγος πολύς

Περί εκεχειρίας με το διάβολο

και

δήθεν σπαραγμών

ακόμη πιο πολύς ο λόγος...

Για μήτρες μεταλλαγμένες,

και αποσυντεθιμένα πέη,

ποίος ο λόγος;

Για βρύσες που ρέουν θάνατο

κι ανοργασμικά κορμιά;...

Πώς να ερωτευτούμε τη βροχή

μέσα απ' τα κάτοπτρά μας...

Βουίζει ο νους μου ακόμη...

Λέω ν' αρχίσω

να σπάω τοίχους,

που μου στερούν

τη θέα των πρωινών



Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2009

το χρέος του ποιητή

Αποπροσανατολίζω τη νύχτα
δημιουργώντας λαβυρίνθους

Εγείρω στα θεμέλιά της
τριγμούς τρισδιάστατους,
μ’ αλλεπάλληλους στίχους οργής

Παιδεύομαι
να στερεώσω τα βήματά μου
στ’ αέρινα μόρια

Ληστεύω φωτόνια
να χτίσω γέφυρες αλλού

Καυτηριάζω
τις ορμές του φονιά
με τα χίλια πρόσωπα

Παίρνω μαζί μου ένα σπίρτο
ν’ ανάψω τα βλέμματα του πρωινού
Κι εντάσσω στο λεξιλόγιό μου
το χρέος

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

αιθέριο πάθος

Η ανάρτηση αυτή
χαρίζεται στο όνειρο
που...έδωσε παραγγελιά



Ψάξε με
μέσα στα χνώτα των αλόγων,
στο υστερόγραφο της φαντασίας,
στην ασύστολη άνθιση
των σκεπασμένων σούρουπων,
στο σαλάγισμα του τέλους του έρωτα,
στων απρόσμενων ναυαγίων
τα ξενύχτια.
Αν ασπρίσεις τη νύχτα
θα υγράνεις τα μάτια μου.
Ψυχοπούλια τότε του Βοριά
τις βαριές αλυσίδες του πάθους μου
θα σηκώσουν
σ’ αιθέρια πέλαγα θα βρεθούν.

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009

στα κοιμητήρια των συνειδήσεων

Λαξεύω τη φωνή μου,
τις νύχτες,
σε κοιμητήρια συνειδήσεων
Τότε που τα αγρίμια
ουρλιάζουν σπαραχτικά -
για τροφή
για αίμα διψούν

Ικετεύω
γι' ανάσταση νεκρών
προκαλώντας οργή
στο σιωπητήριο

Πριονίζω τα δέντρα
τα πανύψηλα της αιωνιότητας

Ξεθάβω αντάρτες ρυθμούς
να ξαγρυπνήσω το φεγγάρι
να μη τελέψει το φως

Να προλάβω θέλω,
να προλάβουμε
πριν την Αυγή,
να οργανώσουμε την αταξία
στην πόρνη τάξη
των ημερών μας

Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2009

Οι φίλοι μου κι εγώ

Οι φίλοι μου
γέρασαν παιδιά
Δεν πρόλαβαν
ν' ανθίσουν

Ξενύχτισαν το θάνατο
νύχτες μεγάλης μοναξιάς
Τότε που οι εξουσίες
τους φίλους τους μετέτρεψαν
σε φωτοβολίδες...
και τις εκτόξευσαν στον ουρανό
για να γιορτάσουν,
με παιδικά κομμάτια,
την υπεροχή τους

Οι φίλοι μου γέρασαν
αφού βύζαξαν αίμα
Αίμα έσταζε
το βυζί των μανάδων -
ποτίστηκαν με θάνατο

Διαμελισμένα κορμιά
των φίλων τους προσκύνησαν
υποβασταζόμενοι
από πατερίτσες -
δώρο τους πρωτοχρονιάτικο

Αίμα βύζαξα κι εγώ
και θρήνησα πολύ

Παιδιά γεράσαμε,
οι φίλοι μου κι εγώ,
κι έτσι, υπερήλικες,
ερωτευτήκαμε την ουτοπία
και φυτεύουμε στίχους
στο χάος

Θα γεννηθούμε ξανά μια μέρα
οι φίλοι μου κι εγώ,
γιατί το γάλα στερηθήκαμε
και τις ανταύγιες
στο χνώτο των μανάδων μας