Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

ΣΤΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΦΕ

Καφέ 48
Πόρνες λέξεις
σύρθηκαν
χελώνες
στα βρωμερά πεζοδρόμια
με πλάκες που ποτίστηκαν βενζίνη.
Φανάρια στον τοίχο στολισμένο όνειδος,
σπέρμα και σάλιο.
Το κλάμα άδειασε την ψυχή.
Στον τοίχο,
λέξεις πουτάνες
και
αίμα μυρίζει –
χείμαρρος στους αρμούς των πυρότουβλων.
Σήμερα φορώ καινούργια γυαλιά οράσεως -

διαβατάρικων Κόσμων βαρκάκι θωρώ
σ’ αγώνα ράφτινγκ.
Ρους αδαής
ανεπίτρεπτου πλου στοιχήματα
Κορμιά πέφτουν σ’ ωκεανό
να προλάβουν ναυάγιο.
Καφέ 48…
Απέναντι, σκιές παλεύουν
να εξανθρωπισθούν
στον ρου του αιμάτινου χειμάρρου.
Στο οπτικό μου σύστημα
αρχειοθετήθηκε η επιγραφή• «ΚΑΦΕ 48»
Ίσως, όπως, Απόλλων 2

Εκτόξευση αισθημάτων
σε πατρίδα που καταπίνει αλκοόλ!!

Το Βιογραφικό μου


Γεννήθηκα το 1962, 27 του Οχτώβρη, στο προάστιο Πετρούπολη της Αθήνας.
Στα παιδικά μου χρόνια, πολλούς Οχτώβρηδες χιόνιζε. Έτσι, έκαιγε πάντα η ξυλόσομπα στο χωλάκι μας. Ή, έβρεχε… Μ’ εντυπωσίαζαν τα τζάμια του σπιτιού μας, που θάμπωναν. Κολλούσα το πρόσωπό μου ή, την παλάμη μου ανοιχτή, συνήθως στο τζάμι της κρεβατοκάμαρας των γονιών, κι άφηνα τα σημάδια μου.
Το σχολείο δε μ’ άρεσε. Το ένιωθα ξένο, παγωμένο κι άδικο. Έτσι, η αρχή της μαθητικής μου ζωής ήταν πολύ δύσκολη. Όμως, αγάπησα το βιβλίο. Αγάπησα τη γνώση. Σεβάστηκα τη δύναμη και την ευρύτητα του πνεύματος, όσων τα διέθεταν. Όπως, αγάπησα και το νυχτερινό ουρανό. Έμαθα να ξεχωρίζω αστερισμούς και πάντα με πολιορκούσαν ερωτηματικά κοσμογονίας. Αγάπησα τη μυρωδιά απ’ τα κάστανα, που ψήνονταν πάνω στη σόμπα μας. Τη φωνή του γαλατά, που περνούσε τ’ απογεύματα απ’ τις γειτονιές μας, του παγοπώλη τα καλοκαίρια που έπρεπε να έχουμε κρύο νερό. Του κυρ-Κανέλλου τη φωνή, που γύριζε στα φτωχικά χωμάτινα δρομάκια μας με το γαϊδουράκι του και διαλαλούσε την πραμάτεια που εμπορευόταν: Κουβαρίστρες, βελόνες, δαχτυλήθρες, δαντέλες, κεντήματα…
Άρχισα να ωριμάζω τα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας. Έμαθα ότι τους υπερασπιστές των αξιών τους σκοτώνουν, τους βασανίζουν ή, τους απομονώνουν. Ανακατεύτηκα σιγά – σιγά με τους απομονωμένους. Τότε ήταν που, ένιωσα τη βροχή στο κορμί μου. Την αρμύρα της στα ρουθούνια μου. Ερωτεύτηκα τη βροχή και τη θάλασσα τους χειμώνες, καθώς και τη φωτιά στα βλέμματα των ανθρώπων.
Στο D.N.A. μου, χαραγμένη η προσφυγιά της Μικρασίας, η ποιητικά αντάρτικη λεβεντιά της Κρήτης και τα στενά σοκάκια της Παλιάς Αθήνας, με το τραμ, τις λατέρνες και τις μεγάλες αυλές των σπιτιών της.
Στο συρτάρι του γραφείου μου, το κρεμαστό ρολόι τσέπης του μεγάλου θείου, όπως έλεγε πάντα ο πατέρας, του Μελέτιου του Β΄, ανεκτίμητη προγονική ανάμνηση.
Στο D.N.A. μου επίσης, χαραγμένο το άγχος της επιβίωσης, η θλίψη για την αδικία, η μελαγχολία.
Τώρα, νοσταλγώ τον παιδικό μου φίλο, το Βασίλη. Πώς τρέχαμε στα χωράφια και ξεφαντώναμε τον τόπο με τις φωνές μας. Πώς ανταλλάζαμε μυστικά και όρκους αιώνιας φιλίας.
Νομίζω, παραμεγάλωσα τώρα και δεν μπορώ να συγκρατώ τη βροχή των ματιών μου.

Το όνομα που χρησιμοποιώ στο blog μου,το "Προμηθεύς Δεσμώτης" είναι ψευδώνυμο γιατί αυτή η ψυχή, η ψυχή του Προμηθέα εκφράζει τον εσωτερικό μου κόσμο. Το κατά κόσμον όνομά μου είναι Πατεράκη Ευαγγελία (Λίτσα).

Έχω εκδώσει μία ποιητική συλλογή, με τίτλο "Ενδιάμεσος αντίλαλος", εκδόσεις Ίδμων και σύντομα θα κυκλοφορήσει το ποιητικό μου αφήγημα "Ο Δραπέτης" από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος.
Το βιογραφικό, το οποίο αναρτώ εδώ, εμπεριέχεται στο νέο μου βιβλίο.

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

αφιερώσεις

I Με γκουλουάζ αυθεντικό
και άφιλτρο
Στ' ακορντεόν κάποιος ρυθμός
τανγκό
Έξω το δείλι και τ' αγιάζει
τ' άσπλαχνο,
μέσα βραδιάζει και είμαι απών
Απών στους ρόλους-παρουσίες
των σκιών
στους τέσσερεις τους τοίχους μου
φαντάσματα ψυχών
Σεργιάνισμα ανυπόταχτο,
δίχως ρυθμό,
βουλιάζω παραδομένος
σε μονοπάτια παράνομων αχών



II ΜΑΓΕΜΕΝΟΣ ΑΥΛΟΣ

Έχεις απόψε
τους άνεμους κλειδώσει.
Πώς δεν δακρύζει
τώρα η βροχή;
Χαμήλωσες τη γη
λίγο πιο κάτω απ’ τον εαυτό σου
και λάτρεψες
ένα σπασμένο όστρακο
έξω απ’ τον πλανήτη.
Εγώ, δεν είχα φτάσει
ποτέ τα καλοκαίρια.
Εγώ, το χάραμα
γυρνούσα μοναχή.
Μαχαιρωμένα όνειρα
σταλμένα από τ’ αστέρια,
έτσι βουβά πνιγήκαμε
μεσ’ στη νεροποντή.
Τώρα ο χρόνος,
μαγεμένος αυλός,
πλαγιάζει μαζί σου.
Και θρυμματίζομαι αργά
μ’ ένα φιλί σου
στων παρανόμων των αγγέλων
το βραδυνό χορό.

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Έτσι λοιπόν μικρό μου
με κάρφωσαν με χρυσά καρφιά
σ’ έναν πυρωμένο τρούλο
Και κλαίνε τα αλόγατα
π’ από νωρίς ξεκίνησαν
την πόλη την απόρθητη να βρουν
να τιθασέψουν.
Σαν κάτι να σαγίνεψε
την τολμηρή καρδιά τους
Σαν κάποιος να τους σφύριξε
κρυφά μέσα στη νύχτα
Σα να τους έκλεισε το μάτι βιαστικά
το θλιβερό φεγγάρι.
Κι από νωρίς ξεκίνησαν
κλαμένα τα αλόγατα...

Μια πόρνη στέναζε βαθιά
στου σκοταδιού τους δρόμους
Κι άπονη
η φτερωτή η σάρκα του καιρού
Λιοντάρια πνιγμένα στη βροχή,
των άπιστων τα βράδια να ξεσκίζουν
Κι ένα όνειρο•
σα φτέρες
να πλευρίζουν την ψυχή μου
να σέρνουν τα σεντόνια της αμαρτίας
στις σκόρπιες τελειωμένες εκστάσεις.
Λέξεις ωραίες
κι αυτές οι μακάβριες απαντήσεις
που πονούν

την κόψη του μαχαιριού
και δίνει φτερά
στα γυμνά πόδια μου.
Και καρφωμένη
με χρυσά καρφιά,
αδάκρυτη
λούζω τη γαλάζια φορεσιά σου.
—Πράσινη νεράιδα χορεύει
σε χλωμά περιβόλια.

Μη με ξεχάσεις

Τις άτολμες χειρονομίες μου
στη δυτική συντριβή
των περαστικών πουλιών
μη ξεχάσεις.
Κι όταν ορίσουν τις κραυγές
μ’ αδέξιο περίγραμμα
και μια εικόνα λεμονιάς
με γέρικα κλαριά, είμαι
και καθρεφτίζομαι
και θρυμματίζω σ’ έναν άλλο κόσμο
την ψυχή μου
και σου προσφέρω
αθάνατες εκστρατείες
ονειρεμένων ημερών
κλείνω
και βρέχομαι
και σε βρέχω,
μη με ξεχάσεις...

ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΠΟΨΕ

Τα κύτταρά μου
κατάπιναν τη σκόνη
κι έφερναν
την κοραλλένια όψη σου
σε γέφυρες
νοσταλγικού μυστηρίου
κι αναπετάριζαν
καθάρια τη λάγνα μορφή σου
σ’ απέραντους ουρανούς.
Κι όπως
τα πουλιά σεργιανούσαν στους κόσμους,
σεργιανούσες μαζί τους...

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Το μοιραίο λάθος

Αχόρταγη ερωμένη
γαλάζια Θάλασσα
μπήκα με πάθος
στο κορμί σου
και με ναυάγησες...

Δεν έμαθες ποτέ
να χορεύεις στα κύματα

Στη γυαλισμένη επιφάνεια
που γύρεψες ν' αγγίξεις
εκείνη με τα τατουάζ
και το μισοφόρι
μαραμένο πέος
σε ναυαγεί

Δεν έμαθες ποτέ
να χορεύεις τον έρωτα
ναυάγησες

Τ' αγρίμι της στέπας
όταν διψάει
δε λικνίζεται
Ξεσκίζει και ξεσκίζεται
να πιεί νερό

Και το νερό
δε βρίσκεται σε βιτρίνες
πολυτελών καταστημάτων
Αλλά στου πάθους
τον ανώνυμο χυμό

στην άρνηση

Κλειδώθηκα
έξω απ' της αμαρτίας σου την κόλαση
Εγώ
ο εθισμένος στο μεγαλείο των παθών σου
Κόχλασε όμως η ορμή μου
και κατάφερε να εισχωρήσει
στο κορμί σου
απ' το φαράγγι
των στεναγμών σου

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Να φύγω!
Δεν έχω πόδια
θυμάσαι τότε που
μ' αχρήστεψες τρένο;
Να πετάξω!
Δεν έχω πόδια, δεν έχω φτερά
θυμάσαι τότε που
μου έκλεψες την πτήση;
Να λησμονήσω δεν μπορώ
- Μαρμάρωσε ο νους
Δεν έχω μάτια, δεν έχω παλμό
θυμάσαι τότε που
με φυλάκισες στο όραμα;
Πέθανα κιόλας.
Απρόσωπη νύχτα
Στο μάτι του κυκλώνα
σκουριασμένο στόχαστρο πολέμου παγκοσμίου
Μεταναστεύσεις
με άδεια όνειρα
Ρωγμές
σε σπασμένα γραμμόφωνα
Κουρδίζω την καρδιά μου
μήπως μπορέσει να τραγουδήσει
Ήρθατε σκιές μου ξανά!
Καλησπέρα

Ο χρόνος με πληθώρα μικροβίων
με συναντά καθυστερημένα
Ρέει χολή
στον κατήφορο
των οραμάτων μου
Ξενιτεύομαι
για λίγο γαλάζιο πελαγινό
Κουρδίζω το μυαλό μου
να ονειρευτώ πάλι
Η πόλη μου στενεύει
και τα καράβια έχουν ρεπό.
Σήκωσε απ' τη Στιγμή
το αιώνιο πορτραίτο του αθέατου
και χάραξε στη σάρκα μου
τον παλμό του ονείρατός σου
Ματωμένη τελετή
σε μια αρχέγονη λατρεία της έκστασης
των αγριμιών.
Γλίστρησε η καρδιά μου
στο χάος του μυαλού μου
Σκόνταψε σε μένα και
σκάλωσε στο κενό.
Μια πεταλούδα
σφράγισε τα χείλη μου.
Τα παιδιά τυμπανίζουν
τη ήττα μου
Αιώνες μαύροι σε τάφους ερώτων

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Στην αποσύνθεση ιστών
του εγκεφάλου μου
το σύστημα της διανόησης
μετρήθηκε ισχνό
Στάθμη χαμηλή
της θαλάσσης
με αρκετή αρμύρα
στα ισχνά ισχία
των γερασμένων βράχων.
Μες στις ρυτίδες μας –
οι βράχοι και ΄γω,
έχουμε υποθηκεύσει
το παράταιρο πορτρέτο μας
Αν και οι πόλεις μας,
κάστρα ιπποτών,
φιλοξενούσαν πάντα
εξαίσιους μαέστρους.
Όμως,
η σύνθεση βρέθηκε ισχνή,
με αισθητήρια όργανα
διαστημικής ανίχνευσης
και, μάλλον, προηγμένου χρόνου
των ημερών της ολοκλήρωσης
Μινιατούρες εξιλέωσης
κεραυνοβολημένων περιβολιών.
Τ’ αρχαϊκά οστά –
αποκαλύφθηκαν ωραία
στην τελετή της αναστήλωσης
των Ιδεών
Διακλαδωτές ακτίνες
λησμονήθηκαν.

Σε στερεότυπα υποθέσεων ρομαντικών,
μέσα σε ιστούς αποσυντεθημένους
πώς θα οσμίσω, λοιπόν, το κύμα;
Που έρχεται
ορμώμενο
ορμήν διθυραμβικήν;

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Απροσπέλαστος
απρόσιτος
ακέραιος
εσωστρεφής
Και μια τεντωμένη λέξη
στο χάραμα του νου
- ανάμεσα στο «πρέπει» και
στο «έτσι»
Σ’ ένα γιατί – ξίφος
στο γρίφο της ζωής πορεύτηκα
μασκαρεμένα.
Γλίστρησα,
αρπάχτηκα, σηκώθηκα
Γνωστά, σκυφτά σύρθηκα.
Αν κοιμηθείς,
θα βάλω φωτιά στο αμπάρι
ξεχειλισμένα μπαούλα να κάψω
Σ’ ένα αχ! Να φωτίσω το πλοίο
που έφυγε κρυφά χωρίς
να βογκήξει η σειρήνα του.
Πίσω στο νησί,
οι άνθρωποι είχαν ξεχαστεί.
Έτσι λοιπόν,
αρώματα πορνών
Ήχοι ντροπών
Το σκοτάδι.
Σουρσίματα ερπετών
Ξεφτίσματα ρωγμών
Χυδαίων χορών χαρίσματα.
Έτσι λοιπόν, ιστορίες εποχών
σε μπουρδέλα λιμανιών
ξεγυμνώθηκα – αντρώθηκα
Ομοφυλόφιλων παιδιών
ευνουχισμοί ψυχών
Ολονυχτίες παρελθόν
και ερμαφρόδιτων λυγμών
Μελών τεμαχισμένων κοινωνιών
Παγίδες στενωπών, τριγμών,
Μεσάνυχτα!
Γνωστά, σκυφτά
Σύρθηκα μασκαρεμένα
Αρπάχτηκα, σηκώθηκα να
Φωτίσω το πλοίο
στο γρίφο της ζωής!…

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Στιγματίζει τα πέταλά μου
με την υγρασία του
και βουίζει μετά
στ' αδειανό μου κρανίο
"Να πονέσω" λέει "την αδιόρατη μανία,
μήπως χωρέσω στων αμπελώνων τα δάκρυα".
Ύστερα στροβιλίζεται κοιτώντας
τη φωτογραφία του φοβερού τυφώνα
και μάχεται έναν ανυπεράσπιστο
κρυφό πόθο.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Έπαιρνα την τελευταία δόση
από ΄να καμπουριασμένο σύννεφο
που κοιτούσε πάντα τη γη
Κι έμεινα στεγνή
με μια παλινδρόμηση
π' άφηνε τη σιγή να κλαίει
στην άγρια ακρογιαλιά,
με δυο κύματα
να πνίγουν τη διψασμένη λαγκαδιά μου.


Σκάλισες τον απόηχο
με τη σμίλη του φιλιού σου.
΄Ετσι όταν είδες τον έναστρο ουρανό
έκανες κόμπο τη μιλιά σου
και την πέταξες με βία
στ' ανάθεμα του χρόνου.


Εσύ ζωγραφίζεις στ' όνειρο
την αστροφώτεινη ανάληψη της φαντασίας.
Δε μιλάς. Μόνο ξυπόλητη αναταράζεις
τη λευκή σιγαλιά της πορείας.
Κι έτσι όπως έρχεσαι
απαρχής του κόσμου
μυρίζεις άνθη αρχαγγέλων
Γι' αυτό μπροστά σου θα κλάψω
Το δάκρυ μου να πάρει τ' άρωμά σου.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Η παιδεμένη σιωπή μου
γκρεμίζεται στον ύστατο καταρράχτη
Σουρίζουν οι σαύρες στων ατερμόνων μυστηρίων
τις φυλλωσιές.
Άλαλο το κορίτσι συννεφιάζει
στο τελάρο του ζωγράφου
Σειρές τα ταμπούρλα
σπασμένα τα βιολιά.
Η σιωπή μου μιλάει με τον ύστατο δείκτη πορείας
Των απόντων βουές
το κορίτσι βελάζει
Στ' αλλοπρόσαλλα πέρατα
των τιτάνων σκιές.

Μικρέ μου
όταν το θέμα μπορέσεις ν' αναπτύξεις
η λάβα ίσως ξεχυθεί.



Πάνω που άνοιξαν οι ουρανοί
οι ζημιές στεγανές
και το κρύο πολύ
καμένες οι ρίμες κι οι προστριβές ζευγαρώνουν.
Τα μάτια σου φέρνουν της θάλασσας τα κύματα
Για πες μου, τώρα πώς θα συννεφιάσω;
Στα μπαρ των μοναχικών συνδιαλέξεων
αυνανίζεται η ώρα των στερνών αντιφάσεων.
Γι' αυτό τραγούδα
Μου θυμίζεις τη βροχή.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

θα ΄μαι για πάντα
μια σπασμένη βεντάλια στα χέρια του δειλινού
Μπροστά σ' ένα κουτσό καβαλέτο
θα κιτρινίζω τη θλίψη μου
και θα κρύβω πίσω απ' το δάχτυλό μου
τη μεγάλη τρέλα του μυαλού μου
Μέσα σ' ένα πανουκλιασμένο καθεστώς
σύντομων απολαύσεων

Και τα μάτια μου
παράταιρα είναι
Το ΄να λίγο λίγο χύνεται
στη βρώμικη σφαίρα του καιρού
Και τ' άλλο ασάλευτα τουφεκίζεται
στη γη των οριζόντων.

Επικαλούμαι την ανάσταση
των ταραγμένων συνειδήσεων
Ξαφνική βροχή τ' απομεσήμερου
τρομάζει τις ζοφερές ανταύγειες της αμφιβολίας.
Διαβαίνει ο απέθαντος το μονοπάτι
της αιώνιας σφαγής
Θα ΄ναι τα σημάδια του
έκτακτα δελτία ειδήσεων
Συνουσίες σατανικές κι ανήλεες
Πεισματωμένες νεκροκεφαλές.
Σκίζω ορέξεις κι ανάβω φωτιές
Σπασμένοι καθρέφτες
χυδαία ουρλιαχτά και αίματα
Τυλίγουν το σώμα μου ερεθισμένα φίδια
ταυτόχρονα δαγκώνουν το πιο διψασμένο σημείο
στο βάθος του κορμιού μου.
Τότε ανοίγουν οι σάρκες μου
και χύνονται στην έρημο
κάτασπρα λάφυρα κάτω απ' τον ήλιο.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Αγίας Παρασκευής,
στου Μπουρναζίου το πλακόστρωμα
εδώ που έδωσα ενέχυρο την ψυχή μου
κι άργησα να επιστρέψω τα αργύρια,
για ν’ αγοράσω ένα γέλιο,
δεν κρέμασα το κουφάρι μου
σε μια απ’ τις τέντες των «καφέ»
Έχτισα μόνο τόξο ουράνιο διακοπτόμενου φωτός
πάνω απ’ τις ουρές θαμώνων στο
«Ο λα λα» sex show, υπνοβατών νορμάλ
και παραλογικών λιγούρηδων.
Έχτισα κι είδα όνειρα,
όταν τσάκιζα τα οστά μου,
βυθισμένη στο όραμα,
σε τραπεζάκια, ας πούμε, ρομαντικά,
ανάμεσα σε υποπροϊόντα χάους
Δρόμοι φίδια,
που τους διάβηκα χιλιάδες φορές•
πότε σε Τράπεζες, κρανίων αδειανών υποθηκοφυλακεία,
πότε σε κίτρινους φακέλους ψάχνοντας κωδικούς εταιρειών,
μ’ εταίρες βροχές που ξεγελούσαν
την έρημη σάρκα μου, αποκομμένη
απ’ το βάναυσο μεγαλείο των γραφιάδων
Επιπλέον,
χάραζα τις ασφάλτους
με τα τύπου στρατιωτικά μποτάκια μου
και τις αλυσίδες, που μάτωναν τους αστραγάλους μου
Κι έγραφα ρυάκια ματωμένα
για ένα κομμάτι ψωμί
στο πεινασμένο μου στομάχι.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Η λήθη είναι ο οριστικός θάνατος

Γι' αυτό χρέος έχουμε να διαιωνίζουμε τις μνήμες, αυτών που δε δίστασαν, που δε δείλιασαν, που πίστεψαν την Άλλη Κοινωνία ότι μπορούν να θεμελιώσουν.


Τιμή στους ήρωες νεκρούς του Πολυτεχνείου!

Ακολουθώ
την περιφορά του χρόνου
γύρω απ' την πόλη
Γύρω από την Άγια Πύλη
της καγκελόφραχτης αυλής
των Αθανάτων -
Μικρών Μεγάλων Εραστών
της Αυγής
Κρατούσαν ένα σύνθημα
στ' αφίλητα τα χείλη τους
Μια ευχή ακούμπησαν
στα στήθη της σελήνης
Για ένα όραμα λευκών περιστεριών
τους μάτωσαν
Τους άδειασαν, άχαρα μετά
στο παγωμένο τσιμένο της πόλης
Τόσο άπιστη
γι' αυτούς η πόλη!
Μια πόρνη ερωμένη που
λήστεψε τα νιάτα τους

Εκείνο το βράδυ
δεν υπήρχε πάλι ο θεός
Εκείνο το βράδυ που
καταιγίδα αίματος
έπνιξε το όνειρο

Κι οι νέοι πλάγιασαν ματωμένοι...
Για πάντα!...

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Το δωμάτιο ήταν γυμνό – όπως το κορμί σου.
Το κεφάλι μου ανάγλυφο στο ταβάνι των ονείρων σου.
Κι όμως, πού ήμουν εγώ;
Συνεχίζεις ακόμη να ψάχνεις,
γαζώνοντας το βραδινό σου φόρεμα για τη γαμήλια δεξίωση.
Το κρεβάτι σου το ονειρευόσουν μια ζωή, άνω κάτω.
Να σερβίρεις την ένταση σε από πλατίνα δίσκο.
Κι όμως, πού ήμουν εγώ; Έλεγα. Κι έλεγες, να ψάχνεις
μέχρι το βράδυ.
Κι ενώ σκεφτόσουν τις ειδήσεις των οχτώ
το τρένο πέρασε ακριβώς στις οκτώ.
Ανάμεσα στα πόδια σου, έγινε σεισμός,
είμαι εγώ, που βυζαίνω το αιδοίο της καρδιάς σου.
Ο νεκρός
έδιωξε με μανία
τη χρυσόμυγα απ' το πρόσωπό του,
μου έστρωσε τ' ανάστατα μαλλιά,
μ' έπλυνε μ' ανθόνερο
και μ' έβαλε να καθίσω
στο παράθυρο του Νοτιά.
Ένα κύμα πιτσίλισε
το ματωμένο μου πουκάμισο.
Ένας γλάρος κουτσούλησε
το δειλινό μου βλέμμα.
Μια αράχνη έπλεξε στα βλέφαρά μου
κουρτίνες.
"Μίλα αδερφέ!" Μου φώναξε ο νεκρός
"Σα σκοτωμένος φαίνεσαι".

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Ε Ν Α Β Ρ Α Δ Υ

Έβρεχε πατρίδες,
χάρτινες ασπίδες,
λαών παγίδες –
και σάπια δόντια
Παγίδες
μυαλά αγγέλων,
πυξίδες παγίδες
μ’ ενοχές της νύχτας
ματωμένες ακίδες.
Έρεβος κι οργίων μνήμες
φωταχτίδες παγίδες,
μάταιες φιλήδονες ελπίδες,
κίτρινων περιβολιών με μαργαρίτες
Κι ερημίτες θύτες,
τεχνητοί νοήμονες,
απύθμενων θαλασσών δύτες,
παπύρων σελίδες
ιστορίας παγίδες.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


Η κραυγή μου γυρνάει,
γερνάει
κι ανακυκλώνεται.
Ονείρων πειρατές θερίζουν,
τρίζουν,
Με αίμα ξεπλένουν και
κουρσεύουν
στα μονοπάτια του μυαλού μου
αντρειεύουν.
Αν δουν τον ήλιο πεθαίνουν
σε μια στιγμή.

Μολύνουν,
διασύρουν τη σκέψη μου.
Σ’ είχα ΄δει ένα πρωί
κρυφά
μέσα απ’ το παραθύρι σου.
Η κουρτίνα στο πλάι κι εσύ
γυμνή
φτερούγιζες στο γύρω του πλανήτη!
Δίχως σκιά, δίχως κραυγή,
γυρνούσες στον πλανήτη.
Ανέπαφη!
Σε ζήλεψα
Φτερούγισα κι εγώ.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

Άφησε να καλπάσει στα χέρια σου
τ' αλαβάστρινο άλογο της σιωπής
Μ' ένα γλυπτό χλιμίντρισμα
στην απογύμνωση της καρδιάς
Να σαγιτέψει την απροσδόκητη ευαισθησία
των κορμιών
Τον ασυγκράτητο χείμαρρο
των παθιασμένων βλεμμάτων
Βρεγμένες κραυγές αποστροφής
καταιγίδες, κριτικές κι απόψεις.
Εσύ Γαλήνη με βροχερά τα μάτια
πίσω απ' τις τριανταφυλλιές.

Άργησες ν' ανοίξεις το παράθυρό σου
Τριζοβολούν τα σάπια σανίδια
Μια φλούδα από φεγγάρι
σκότωσε την κρυφή μου έκφραση
Άγγιξε ο αποσπερίτης τα στήθια σου.
Χρόνια πολλά!
Γιορτάζουν τα σύμπαντα
και ζηλεύω.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΑΛΟΓΟΣ ΟΙΚΟΣ

Αφορμώνται
φλόγινες σκέψεις
στην πόλη των αχρείων.
Σήμα κινδύνου,
η νωθρή ατμόσφαιρα
ξαφνιάζεται
στην πόλη των θηρίων.
Χλωρά καιόμενα πλάι σε
ξέρες ερήμου,
Νυχτιάτικη υπόθεση
δίπλα σε μέρες
ασάλευτες,
μάλλον παραισθησιακές.
Τυφλοί σκώλικες παιανίζουν
στο νου μου
Στο βιολογικό εγκέφαλο
του υπολογιστή μου
Εφορμούν
στα κύτταρα των
νευρώνων μου
Καίουν της ψευδαίσθησής μου
ανατολές
Κοιμίζουν τον ύπνο,
τον απόλυτο ονειρευτή!
Μετά,
πλάθουν φαντάσματα σε
σκοτεινό διάδρομο, σε
κελιά αγριμιών.
Μάθε,
υπάρχουν άνθρωποι σκιές που
δεν κοιμούνται ποτέ!..
Πηγαίνουν
Έρχονται
δε φτάνουν πουθενά
Μπορεί να βρυχώνται στο
ταξίδι τους
Μπορεί να λαλούν
στην απόγνωση
Μπορεί να ξύνουν τον τοίχο τους,
να ματώνουν.
Ημερεύουν με σύριγγα
Με φαρμάκι ημερεύουν
Με μαύρο εντυπωσιάζουν τους
θλιβερούς επισκέπτες
στον άλογο οίκο.
Του θεού αποστάγματα,
στάχτες,
μιάσματα συφιλικών αντιπαραθέσεων με
την πόλιν των αχρείων.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

α φ ι ε ρ ω σ η Τ η ς Β ρ ο χ ή ς

Ημίθεο με είπαν οι θνητοί
Έρωτας είμαι
Πάντα λανθάνουν όσοι
φοβούνται να λυτρωθούν

Για αποδράσεις δε μιλούν
αποστρέφονται το σύμπαν
Βροχή!!! Ομπρέλες έγχρωμες
τους στερούν την έκρηξη

Ο φόβος τους γέρνει
τρυπώνουν στα λαγούμια τους
Σκιές, όλοι ίδιοι, ανυπόφοροι

Αγάπη μου, βροχή μου εσύ
Φωτιά σου εγώ,
Νεράιδα ήσουν
της περασμένης μου ζωής

Μισώ το φόβο τους
τις έγχρωμες ομπρέλες

Ανάμεσα σε πτώματα
πτώμα
αρχίζω την εξόρυξη

Θα αποδράσω γυμνός
να με βλέπουν ματωμένο
κι ενώ θα γατζώνομαι στη φωτιά μου
θα πίνω τη βροχή σου
Θα σε κοιτάζω στα μάτια
θα σε τυλίγω μέχρι
να λάμψεις

Να με πονέσεις
να εκραγώ
πυροτεχνήματα στο άγνωστο διάστημα

Κι ύστερα,
ενώ δεμένος εγώ στο άξεστο βουνό,
με την καρδιά πυρακτωμένη
μέσα στα ουρλιαχτά του οργασμού
να χορεύεις γυμνή παραίσθησή μου
δείχνοντάς μου την όαση
της άγριας ομορφιάς σου!
Τότε θα πω: Τελείωσα κι Αρχίζω!
Μες στη βροχή
Έρωτας είμαι.
ΑΠΙΑΣΤΗ ΝΟΤΑ

Σαν άλογα χαμένα στη βροχή,
στην ανάστερη νύχτα
τυραννισμένα σώματα,
σπιθοβολούν αλόγιστα
τους στεναγμούς του σκοταδιού.
Κι αναστηλώνουν τους πεθαμένους θεούς τους
σ’ ένα κουρσεμένο σπήλαιο.
Τα νεύρα των αγγέλων
ήταν πλεγμένα
μ’ ένα πεφτάστερο άπιαστης νότας,
σ’ ένα αιχμηρό σφύριγμα
του α ι ώ ν ι ο υ.
Δολερέ συκοφάντη
πώς πονάς.
Στη φλόγα των ματιών μου
φλέγεσαι!...

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Πρόβα θανάτου
εδώ που σιωπούν οι ψυχές
στα βήματα δαιμονισμένων φερέφωνων,
εδώ που τινάζω το μυαλό
στο γύψινο προσωπείο σου.
Αυτό το βράδυ
θα βρέξω το κορμί σου
με το σπέρμα μου.
Είναι νοτισμένη η ματιά σου.
Έρχομαι μόνος.
Δώσε μου το κορμί σου
να δημιουργήσω
και την άλλη ζωή.
Θα με πάρω μαζί μου
στην απέναντι όχθη.
Θα σκουπίσω το αίμα
απ’ του μαχαιριού την κόψη,
έτσι που,
τίποτ’ άλλο από μένα
μην πάρεις.
Μόνο να χάσεις
την πρόβα θανάτου.
Στην άλλη ζωή θα ταξιδέψω
με την ψυχή σπαρμένη
με κομμάτια σάρκας καμένης,
για να βρω τα πελάγη των ματιών σου
στους μύθους των αιώνων.
Τώρα,
χτυπιέται ο ποιητής
σε βράχια – εραστές ωκεάνιους!
Μπορώ να τρελάνω τις σειρήνες
με τα τραγούδια μου.
Μπορώ να θάψω το ψέμα, την πλάνη.
Μπορώ να λυγίσω το ατσάλι!
Εγώ φέρνω Επανάσταση!
Με παγίδευσαν. Ο νους μου• φίλος μοναχός.
Αν δραπετεύσεις, έλα!..

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Ο χρόνος τρέχει
Πάνω στις σάρκες, ρωγμές
Στις ψυχές, τραγικές ράγες τρένων


Θέλω να είσαι καλά!

Άκου, εγώ εντοπίζομαι ακόμη
Στο μετέωρο,
να μαδήσω μαργαρίτες δεν μπορώ
Όμως, σκουριάζω
Για αντίκα χαρίζω την παιδικότητά μου
Σε θεραπευτήριο μικρών κατοικίδιων
μοιράζομαι την ασπλαχνία του καιρού
με υπό το μηδέν θερμοκρασία
στη ρίγα του Κέλσιου ή,
ίσως και σε τήξης βαθμούς.
Παρ’ όλα αυτά,
οριστικά και αμετάκλητα,
εγώ είμαι
κι είναι κι αυτοί.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Ναι, ήταν μια ωραία περιπλάνηση
Εγώ, δίχως όραση κατάφερα να δω!
Με μάτια που έφερναν χάος αρχέγονο
και δάχτυλα επιδέξια ζωγράφου τρελού
υπόταξα τη φωτιά
Σαν αετός ζύγιασα τα φτερά μου
στο φλεγόμενο όραμα γυναίκας, δαγκωμένης ντροπής
και πότισα το διψασμένο άλογό της.
Δαιμονισμένη στιγμή που, λάτρεψα,
δίχως να λατρευτώ,
για όλες τις ζωές!

Βράδυ, ώρα 22: 29, Δευτέρας- καταραμένη μέρα
Η πρώτη απ’ αυτές των Διεστραμμένων Δημιουργιών του θεού
Ένας σοφός κάποτε είπε: «Ο Παράδεισος έχει το χρώμα των τρελών
Που έριξαν την πρώτη μαχαιριά τους στην καρδιά του θεού
κι ύστερα με ματωμένη την κοψιά ξερίζωσαν τα γεννητικά τους όργανα
για να γίνουν γητευτές των κυμάτων κι εραστές του παντός!»