Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

ΕΡΩΤΑΣ

Η φλόγινη γλώσσα του
έμπαινε αδιάκοπα
στους πόρους μου
κι έβαζε φωτιά στ’ αέρινα μονοπάτια
των ταξιδιάρικων πουλιών.


Δυο βουνά στη βροχή
κι ανάμεσα εγώ
ο μαύρος καβαλάρης
σκίζω το σπέρμα
με το βλέμμα,
πάνω στα δάχτυλα
σαν ιππότης εντυπωσιάζω
τους κρατήρες των ηφαιστείων.
Και μέσα στο παραμιλητό,
η παραφωνία των ανθρώπων,
που σκορπίζει τον πανικό.
Με μια ρετρό μελωδία
χορεύεις μ’ ακριβά ανοίγματα
πάνω στα δάχτυλά μου,
και χύνεσαι
σ’ ωκεανό μυστικών χρωμάτων.
Γονατίζω και δίνομαι
στη λύτρωση των κυμάτων.
Στης λάβας την υγρή φωτιά.
Άσπιλος καβαλάρης
ανάμεσα στη δίνη,
των πετρωμάτων την ισχύ,
σαρώνω
και παιδεύω την υποστήριξη
των πιο δικών μας δειλινών.